Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2018

Τα χαρισματικά και τα κανονικά όρια της Εκκλησίας ήγουν Πεντηκοστή και θεία Ευχαριστία (4)

Συνέχεια από Κυριακή, 21 Ιανουαρίου 2018

ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΥ

1. Τα χαρισματικά και τα κανονικά όρια της Εκκλησίας (συνέχεια)

Ο Επίσκοπος πρ. Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης Αθανάσιος Γιέφτιτς σε κείμενό του[34], έχοντας υπ’ όψιν του το πρώτο άρθρο του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ με τίτλο «Τα όρια της Εκκλησίας», υποστηρίζει ότι το άρθρο αυτό ήταν «πρωτόπειρο»[35]˙ νομίζει ότι είναι ένα κείμενο «που γράφηκε σε νεαρή ηλικία, όταν ήταν ιερέας μόλις ενός έτους και ότι το κείμενο αυτό δεν αποτελεί ολοκληρωμένη διατύπωση της εκκλησιολογικής σκέψεώς του»[36] και ότι «ο νεαρός Φλωρόφσκυ είναι αποσπασματικός και δεν εκφράζεται με σαφήνεια»[37].

Η άποψη ότι το κείμενο είναι «πρωτόπειρο» είναι αληθινή ως προς τον χρόνο που εγράφη (1933), αλλά δεν φαίνεται να ευσταθή ως προς το περιεχόμενο, γιατί τα ίδια σχεδόν έγραψε ο π. Γεώργιος μετά από 17 χρόνια, ήτοι το 1950. Περισσότερο ήταν προβληματισμένος ή επηρεασμένος από την οικουμενική κίνηση, ευρισκόμενος στην Ευρώπη και ερχόμενος σε επικοινωνία με ετεροδόξους Χριστιανούς. Φαίνεται ως «πρωτόπειρο», γιατί συνεχώς θέτει ερωτήματα και δεν γράφει ως επιστήμονας-θεολόγος αυθεντικά και καθαρά.

Είναι σαφές ότι οι επιστήμονες θεολόγοι γράφουν με ακρίβεια τα συμπεράσματα των ερευνών τους και δεν εκφράζονται με ιεροκηρυκτικό τρόπο, θέτοντας συνεχώς αναπάντητα ρητορικά ερωτήματα.

Ο Επίσκοπος πρ. Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης Αθανάσιος Γιέφτιτς στην αρχή του κειμένου του ομιλεί με σεβασμό για τον π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ, του οποίου υπήρξε διάδοχος για τρία χρόνια (1970-1972) στο Ορθόδοξο Θεολογικό Ινστιτούτο του Αγίου Σέργιου στην έδρα της Πατρολογίας, παρουσιάζει μάλιστα την άποψη του π. Ιουστίνου Πόποβιτς, πού τον χαρακτήριζε «εικόνα στο εικονοστάσι της ορθόδοξης θεολογίας των νεωτέρων χρόνων»[38].
Έπειτα γράφει ότι ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ «ασκεί κριτική στις θέσεις του Κυπριανού» και στη συνέχεια μεταβαίνει «στον ιερό Αυγουστίνο και στην πρακτική της Εκκλησίας σχετικά με την εισδοχή των αιρετικών». Και ακολούθως κάνει λόγο «για τον Μητροπολίτη Αντώνιο (Κραποβίτσκυ) και τον αρχιεπίσκοπο Ιλαρίωνα (Τροΐτσκι), οι οποίοι θεωρούσαν ότι τα χαρισματικά και τα κανονικά όρια της Εκκλησίας συμπίπτουν», καθώς επίσης «αναφέρεται στον Χομιακώφ και στον μητροπολίτη Μόσχας Φιλάρετο (Δρόσδωφ), οι όποιοι θεωρούσαν ότι τα χαρισματικά και τα κανονικά όρια της Εκκλησίας δεν συμπίπτουν». Μάλιστα παραθέτει την άποψη του π. Ιουστίνου Πόποβιτς, «ο όποιος έλεγε ότι είναι πιο σωστή και θεολογικά πιο ορθόδοξη η θέση του Μητροπολίτη Αντωνίου και του αρχιεπισκόπου Ιλαρίωνα, ότι δηλαδή τα χαρισματικά και τα κανονικά όρια της Εκκλησίας συμπίπτουν»[39].

Ο Επίσκοπος Αθανάσιος Γιέφτιτς ασκεί κριτική στο άρθρο του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, υποστηρίζοντας ότι δεν έλαβε υπ’ όψιν του δύο σημεία: «Πρώτον, τα όρια της Εκκλησίας του Θεού εν Χριστώ Ιησού, του Θεανθρώπου, είναι “όρια” της απεριόριστης Θείας Οικονομίας της σωτηρίας, τα όρια της απεριόριστης φιλανθρωπίας του Θεού και αυτά τα όρια δεν πρέπει να τα διαχωρίζουμε από τα όρια της χάριτος του παναγίου Πνεύματος, του Παρακλήτου, στην Εκκλησία. Τα όρια αυτά δεν μπορεί να είναι στενότερα και πιο κλειστά από τα όρια της Τριαδικής εν Χριστώ οικονομίας της σωτηρίας. Είναι τα όρια του Σταυρού και της Αναστάσεως του Σαρκωθέντος Χριστού, εν σώματι και ως Σώμα, ως Εκκλησία, ως πλήρωμα, το οποίο φανερώνει “το πλήρωμα του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου” (Εφ. 1, 22-23).

Δεύτερον, αυτά τα οικονομικά - χαρισματικά όρια της Εκκλησίας, κατά παράδοξο τρόπο, δεν μπορούν και δεν πρέπει να αποκλείσουν το τόσο σημαντικό γεγονός των λειτουργικών - κανονικών ορίων της Εκκλησίας»[40].

Πάντως, ο Επίσκοπος Αθανάσιος Γιέφτιτς με θεολογικά επιχειρήματα υποστηρίζει, μεταξύ των άλλων, ότι εμείς οι ορθόδοξοι δεν δεχόμαστε την διακοινωνία, δηλαδή να συμμετέχουμε στα ίδια μυστήρια της θείας Ευχαριστίας Ορθόδοξοι και ετερόδοξοι-αιρετικοί, «όχι λόγω κάποιας αντι-οικουμενικής τοποθετήσεως, αλλά ακριβώς επειδή στην θεία Ευχαριστία, ως σύναξη της Εκκλησίας εν Χριστώ διά του Αγίου Πνεύματος, συμπίπτουν τα χαρισματικά όρια της Οικονομίας της σωτηρίας της Άγιας Τριάδος και τα κανονικά-χαρισματικά όρια της Εκκλησίας»[41]. Καταλήγει δε στο εξής συμπέρασμα:
«Δεν μπορούμε, επομένως, να διαχωρίζουμε τα όρια της οικονομίας του Θεού από τα όρια της Ευχαριστίας και έτσι δεν μπορούμε να διευρύνουμε τα χαρισματικά όρια πέρα από τα κανονικά, αλλά ούτε να περιορίζουμε τα κανονικά τόσο, ώστε να αποκλείουν αυτά που κάνει η πράξη της Εκκλησίας στην εισδοχή των αιρετικών»[42].

Είναι φανερόν ότι για όλη την ορθόδοξη παράδοση τα χαρισματικά και κανονικά όρια της Εκκλησίας συμπίπτουν με το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Όλα τα Μυστήρια, και το Βάπτισμα, έχουν αναφορά και κατάληξη στην θεία Ευχαριστία, και δεν νοείται διάσπαση μεταξύ των Μυστηρίων Βαφτίσματος, Χρίσματος και θείας Ευχαριστίας. Δεν μπορούμε να εννοήσουμε χαρισματικό Βάπτισμα που δεν μπορεί να καταλήξη στο Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας.

Βεβαίως, η άκτιστη Χάρις του Θεού ενεργεί σε όλη την κτίση, και πριν από την ενανθρώπηση του Χριστού, ως ουσιοποιός, ζωοποιός, σοφοποιός, ως προνοητική ενέργεια, αλλά η ίδια Χάρις ενεργεί και μέσα στην Εκκλησία ως καθαρτική, φωτιστική και θεοποιός.
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής σε μια απάντησή του προς τον Θαλάσσιο, αναφέρεται στο πώς ενεργεί το Άγιον Πνεύμα στους ανθρώπους.

Εισαγωγικά γράφει ότι το Άγιον Πνεύμα δεν απουσιάζει από κανένα όν και μάλιστα από όσους προικίστηκαν με λόγο, γι’ αυτό «εν πάσιν απλώς εστι το Πνεύμα το άγιον», κατα διαφόρους τρόπους.
Κατ’ αρχάς προσδιορίζει ότι το Άγιον Πνεύμα είναι «πάντων συνεκτικόν καί προνοητικόν και των φυσικών σπερμάτων ανακινητικόν». Γι’ αυτό βρίσκουμε πολλούς από τους βαρβάρους και νομάδες να εκδηλώνουν αισθήματα καλοκαγαθίας, και να αθετούν τους θηριώδεις νόμους που επικρατούν σε αυτούς.
Έπειτα, το Άγιον Πνεύμα είναι προσδιορισμένο σέ όλους εκείνους που ακολουθούν τον νόμο του Μωϋσέως «ως νομοθετικόν και προαγορευτικόν μελλόντων μυστηρίων» και τους προκαλεί αίσθηση της παραβάσεως των εντολών και την γνώση της κατά Χρίστον τελειότητος που έχει προαναγγελθή από τον Χριστό. Γι’ αυτό πολλοί που βρίσκονται στην κατηγορία αυτή εγκαταλείπουν τη σκιώδη λατρεία και μεταβάλλονται πρόθυμα στην νέα και μυστική λατρεία.

Τέλος, το Άγιον Πνεύμα βρίσκεται και σε όλους «τοις το θείον και θεοποιόν όντως όνομα του Χριστού κληρωσομένοις δια της πίστεως». Στην κατηγορία αυτή το Άγιον Πνεύμα όχι μόνον φρουρεί και ανακινεί προνοητικά τον κατά φύσιν λόγο και αποδεικνύει την παράβαση των εντολών ή την τήρησή τους και μηνύει την εξαγγελία τού Χριστού: «αλλά και ως δημιουργικόν της κατά χάριν δια της πίστεως δοθείσης υιοθεσίας». Στην περίπτωση αυτή, επειδή παρέχει σοφία, γι’ αυτό πηγαίνει μόνον σε εκείνους που έχουν καθαρθή στο σώμα και την ακριβή συνάσκηση των εντολών και συναναστρέφεται αυτούς στο να είναι οικείοι του με την απλή και άυλη γνώση και διαπλάττει τον νου τους για την θέωση με τα άχραντα νοήματα των απορρήτων νοήσεων.
Επομένως, το Άγιον Πνεύμα βρίσκεται σέ όλους ως ποιητικό και προνοητικό όλων βρίσκεται και στους ανθρώπους του Νόμου ως νομοθετικό και προαγγελτικό της ελεύσεως του Χρίστου, άλλα βρίσκεται «κατ’ έξαίρετον» στους Χριστιανούς ως ποιητικόν θείας υιοθεσίας [43].

Σαφέστατα τα χαρισματικά όρια της Εκκλησίας, ως πρόξενα θεώσεως, συνδέονται με τα κανονικά όρια τής Εκκλησίας, αφού δεν συγχέεται η καθαρτική, φωτιστική και θεοποιός ενέργεια του Θεού με τη δημιουργική, προνοητική και υποδεικτική αφ’ ενός μεν της παραβάσεως των εντολών, αφ’ ετέρου δε της εντάξεως του ανθρώπου στην Εκκλησία για τη μέθεξη των καρπών της θείας Οικονομίας, ήτοι της θεώσεως. Τα χαρίσματα της κατά Χριστόν υιοθεσίας των θεουμένων ενεργούν στο κανονικό πλαίσιο της Εκκλησίας, η οποία Εκκλησία νοείται όχι ως αόρατη, αλλά ως ορατή, ως μέθεξη της Χάριστος του Θεού στα Μυστήρια της Εκκλησίας.

Στα συγγράμματα του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου φαίνεται σαφέστατα η σχέση μεταξύ των τριών τρόπων ενεργείας της Χάριτος του Θεού μέσα στην Εκκλησία, ήτοι: πρώτον, ως καθαρτική, φωτιστική και θεοποιός˙ δεύτερον στα μυστήρια Βαπτίσματος, Χρίσματος και θείας Ευχαριστίας· και τρίτον στο μυστήριο τής Ιερωσύνης, με τους βαθμούς του Διακόνου, του Πρεσβυτέρου και του Επισκόπου. Μεταξύ αυτών υπάρχει μεγάλη σχέση και φαίνεται καθαρά ότι ταυτίζονται τα χαρισματικά και τα κανονικά όρια της Εκκλησίας[44]. 

Άλλωστε, o Τριαδικός Θεός δια του Χριστού εν Πνεύματι Αγίω προσφέρει τα χαρίσματα στους πιστούς και ο ίδιος ο Τριαδικός Θεός δια Χριστού εν Πνεύματι Αγίω φωτίζει τους Πατέρας στις Οικουμενικές Συνόδους για να συντάσσουν τους ιερούς Κανόνας για την ενότητα της Εκκλησίας. Οπότε, δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος και κανονικών διατάξεων που θεσπίσθηκαν με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, κατά τον λόγο του Αποστόλου: «έδοξε γάρ τω Αγίω Πνεύματι και ημίν» (Πραξ. ιε', 28), «και ήρεσε τή Συνόδω», κατά την έκφραση των Συνόδων για τους ιερούς Κανόνες.

(Συνεχίζεται)

Σημειώσεις

34. ΓΙΕΦΤΙΤΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, «Σχολιασμός στο περί ορίων του Φλωρόφσκυ», εις θεολογία 81 (2010), τεύχος 4, σελ. 137-158.
35. Ενθ’ ανωτ., σελ. 143.
36. Ενθ’ ανωτ., σελ. 141.
37. Ενθ’ ανωτ., σελ. 158.
38. Ενθ’ ανωτ., σελ. 137.
39. Ενθ’ ανωτ., σελ. 139.
40. Ενθ’ ανωτ., σελ. 143-144.
41. Ενθ’ ανωτ., σελ. 144.
42. Ενθ’ ανωτ., σελ. 158.
43. Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών, τόμος 14Β, Πατερικαί εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 98-102.
44. Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, Περί εκκλησιαστικής Ιεραρχίας, Φιλοκαλία των νηπτικών και ασκητικών, τόμ. 3, Πατερικαί εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», σελ. 336 κ.εξ.

ΣΧΟΛΙΟ: Πρωτόπειρος παρέμεινε σέ όλη τήν διάρκεια τού βίου του ο Φλωρόφκυ. Καί ευτυχώς γι' αυτόν παίζει ακόμη τόν ρόλο τού τοίχους πάνω στό οποίο σπάει τά μούτρα της η κενολογία μας καί είναι κάπου χρήσιμος. Η οποία ρωσικώς διαπνεόμενη συγχέει καί ταυτίζει τίς άκτιστες ενέργειες μέ τό Αγιο Πνεύμα. Καί ακόμη δυστυχέστερα πάνω σ' αυτή τήν ταύτιση στηρίζεται καί ο οικουμενισμός καί ο αντιοικουμενισμός καί τού Φλωρόφσκυ καί τού Πόποβιτς καί τού Ρωμανίδη καί τού ισάξιου μέ τόν Ζηζιούλα στήν θεολογία, Ιερόθεου Βλάχου.

Αμέθυστος

Τού Αγίου Μαξίμου
Ευεργετινού Δ, σελ 586

Διακόνου λόγον επέχει ο πρός τούς ιερούς αγώνας αλείφων τόν νούν, καί τούς εμπαθείς λογισμούς απελεύνων απ`αυτού. Πρεσβυτέρου δέ ο εις τήν γνώσιν τών όντων φωτίζων. Επισκόπου δέ,  ο τώ αγίω μύρω τελειών τής γνώσεως τής προσκυνητής καί Αγίας Τριάδος.

Ερμηνεία

Εκείνος, πού προετοιμάζει τόν νούν του εις πνευματικούς αγώνας καί αποδιώκει από τήν ψυχή του τούς αισχρούς λογισμούς, είναι ως Διάκονος κατά τήν θείαν λατρείαν. Εκείνος, πού διά τής γνώσεως τών όντων φωτίζει τόν νούν του μέ τήν σκέψιν τού Δημιουργού, είναι ώς ο Πρεσβύτερος. Καί τέλος ώς ο Επίσκοπος είναι εκείνος, πού ανάγεται εις τό ύψος τής μυστικής γνώσεως τής προσκυνητής Αγίας Τριάδος, επιστεγάζων ούτω πάσαν γνώσιν καί κατευωδιάζων τήν ψυχήν του μέ τό άγιον μύρον τής τοιαύτης 

Δεν υπάρχουν σχόλια: