Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

Η ΣΟΦΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ SERGEI N. BULGAKOV (3)

Συνέχεια απο : Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

Η ΚΕΝΩΣΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΥΛΗΣ.
Η δεύτερη μετα-πατερική σύνθεση, μετά τού Φλωρόφσκυ. 
ΤΗΝ ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΔΙΕΚΔΙΚΕΙ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΚΑΙ……
Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ.

 
Το βιβλίο που περιέχει κατά κάποιο τρόπο τις ρίζες του στοχασμού του Μπουλγκάκοφ γύρω από την σοφιολογία είναι «το φώς χωρίς δύση» του 1917. Μία αληθινή φαινομενολογία της θρησκείας όπου αποδεικνύεται ότι η θρησκεία είναι η απάντηση στην πρόκληση που δέχεται η σκέψη από την παρουσία του Θείου στον κόσμο. Ακόμη και ο κόσμος της Οικονομίας πρέπει να βρεί ένα υπερβατικό υποκείμενο της αναπτύξεως του. «Το πρόβλημα τής σοφιολογίας συνίσταται στην προσπάθεια της να διατυπώσει τις φιλοσοφικές συνέπειες του γεγονότος πώς το Απόλυτο δεν είναι κλειστό στον εαυτό του, αλλά μπαίνει σε σχέση με τον κόσμο και τον άνθρωπο. Με άλλα λόγια, είναι εκείνο τής δυνάμεως και τής σημασίας της θεανθρωπότητος, όχι μόνον στον θεάνθρωπο σαν τον ενσαρκωμένο λόγο, αλλά συγκεκριμένα τής θεανθρωπότητος καθόσον ενότης τού Θεού και τού δημιουργημένου σύμπαντος, στον άνθρωπο και για τον άνθρωπο. Μ’αυτή την οπτική ο Χριστιανισμός περιέχει ήδη μία χιλιετή διαμάχη ενάντια στις δύο ακραίες τάσεις: τον δυαλισμό και τον μονισμό, στην αναζήτηση της αληθείας η οποία μας φαίνεται πώς είναι η θεανθρωπία» [Μία ένωση των αντιθέτων]. 

Ξεκινά λοιπόν την λύση του προβλήματος στηριζόμενος στον Κάντ. «Πώς είναι δυνατόν μία υπερβατική δικαίωση της θρησκείας;» Και απαντά πώς η θρησκεία είναι δυνατή, διότι είναι ένα γεγονός καθολικώς αναγνωρισμένο από την ανθρώπινη εμπειρία και συνίσταται στην συνειδητοποίηση εκ μέρους του υποκειμένου ενός δεσμού με την θεότητα, μίας κάποιας ενυπάρξεως του Θεού μέσα στον κόσμο! 

Στην βάση της θρησκείας, υπάρχει η προσωπική εμπειρία μίας συνάντησης με την θεότητα. Αυτή είναι η μόνη πηγή της αυτονομίας της. Η θρησκεία γεννάται από ένα αίσθημα του Θεού (οποιαδήποτε και αν είναι η μορφή αυτής της αποκαλύψεως). Τώρα, ακούγοντας τον Θεό, ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του (την ύπαρξη του) μέσα στον κόσμο, δηλαδή ανακαλύπτει την αντίθεση που ακολουθεί, που συντροφεύει ανελλιπώς την θρησκευτική ζωή. Την αντιπαράθεση ανάμεσα στον Θεό και τον κόσμο. Σαν να βρίσκεται κάτω από τις ακτίνες ενός φωτός, που κατήλθε από ψηλά για να φωτίσει το σύμπαν, η ψυχή αφυπνίζεται στην συνειδητοποίηση του Θείου κόσμου, ακριβώς την στιγμή κατά την οποία τοποθετείται ένα σύνορο ανάμεσα σ’αυτό που υπάρχει επέκεινα, και σ’αυτό που υπάρχει από εδώ και κάτω, ένας ορίζοντας που χωρίζει, ενώνοντάς τα ταυτοχρόνως. Κάτω από αυτό το φώς ο κόσμος μάς παρουσιάζεται με μία άλλη οπτική γωνία. Αποκτάται ένα άλλο γούστο, μία διαφορετική αίσθηση της υπάρξεως: Γίνεται αντιληπτός ο κόσμος σαν απόμακρος από τον Θεό, και ταυτοχρόνως εξαρτώμενος από αυτόν. 

Η θρησκευτική εμπειρία σαν εμπειρία της σοφίας του κόσμου βασίζεται στην αντίληψη πώς δύο πραγματικότητες, διακεκριμένες μεταξύ τους, ο Θεός και ο κόσμος, εισέρχονται σε σχέση (δένονται, συνδέονται) και εισερχόμενες σε σχέση καθορίζονται αμοιβαίως σε όλη τους την διαφορά. Αυτή η καταγωγική συνύπαρξη έχει μία αντινομική μορφή: ο Θεός αποκαλύπτεται στην θρησκευτική συνείδηση και εισχωρεί στον κόσμο της, αλλά την ίδια στιγμή η συνείδηση αντιλαμβάνεται όλη την απόσταση που την χωρίζει από το Υπερβατικό και καθιστά τον κόσμο ένα όν που δεν συγχέεται με τον Θεό. Η διάκριση των δύο όρων συνυπάρχει λοιπόν μαζί με την αδιάσπαστη σχέση τους. 

Η αντινομία αυτή δεν εμποδίζει την συνομιλία, αλλά δείχνει έναν δρόμο μέσα στον οποίο πρέπει να διοχετευθεί, διαφορετικά θα προκύψουν οι ασυνεννοησίες και η αλαζονεία της νοησιαρχίας. Και πρώτα απ’όλα σημαδεύει ένα κίνδυνο: η ανθρώπινη σκέψη απέναντι από την θρησκευτική εμπειρία δεν πρέπει να έχει την απαίτηση τής επάρκειας, συλλαμβάνοντας τό Απόλυτο στο σχετικό ή διασκορπίζοντας το σχετικό στο Απόλυτο. Ύστερα επιβάλλει μία απαίτηση την οποία δεν μπορούμε να αγνοήσουμε : παρότι δέχεται σαν δεδομένο πώς η εμπειρία του Θεού δεν μπορεί να ξαναχρεωθεί σε οποιαδήποτε εγκόσμια εμπειρία, ταυτοχρόνως η θρησκευτική εμπειρία επιβάλλει μία απαίτηση άλλο τόσο δυνατή, στην συνείδηση του ανθρώπου. Ότι στον κόσμο δηλαδή γίνεται αντιληπτή μία άλλη διάσταση του κόσμου (η γνωστή ετερότης), ότι είναι δυνατόν να συλληφθεί η ενύπαρξη του Υπερβατικού. 

Σ’αυτή του την πεποίθηση ο Μπουλγκάκοφ είναι κοντά στην Ρωσική ψυχή. Και γι’αυτό θα συμφωνούσε πλήρως με τον Φλωρένσκι, ο οποίος γράφει στην έβδομη επιστολή: «Η αντινομία δεν λέει καθόλου "ή αυτό ή εκείνο είναι αλήθεια», ούτε λέει «ούτε αυτό ούτε εκείνο είναι αληθινά", αλλά λέει: "και αυτό και εκείνο είναι αληθινά, το καθένα με τον τρόπο του". Στον Μπουλγκάκοφ όμως υπάρχει και κάτι παραπάνω: η ανακάλυψη της πρωτογενούς αντινομίας ανάμεσα στον κόσμο και τον Θεό, δεν είναι φρούτο μίας αφαιρετικής λογικής, αλλά αποτέλεσμα της πνευματικής εμπειρίας ακριβώς στην μορφή που παρουσιάζεται στην Ορθοδοξία. Και οι αληθινοί δάσκαλοι αυτού του οράματος του κόσμου, είναι οι Στάρετς. Ας θυμηθούμε σ’αυτό το σημείο τι λέει ο Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος στην ζωή του Στάρετς Σιλβάνου: «Η πνευματική ζωή ενός Χριστιανού ασκητού είναι παράξενη και ακατανόητη. Παρουσιάζεται σαν ένα ύφασμα γεμάτο θαυμαστές αντιφάσεις: από το ένα μέρος δαιμονικές επιθέσεις, η εγκατάλειψη του Θεού, τα σκοτάδια του θανάτου και τα βάσανα της κολάσεως και από το άλλο μέρος, η φανέρωση του Θεού και το φώς τού Είναι τό χωρίς αρχή. Δυστυχώς όμως η γλώσσα αδυνατεί να τα περιγράψει όλα αυτά»

Ας δούμε όμως και την διαφορά της Καντιανής αντινομίας από την αντινομία του Μπουλγκάκοφ. Ενώ λοιπόν για τον Κάντ η αντινομία είναι ένα διορθωτικό στις φανταστικές βεβαιώσεις της μεταφυσικής σκέψης, που όμως εκθέτει την νόηση στον πειρασμό της υποχωρήσεως σε μία σκεπτικιστική αμφιβολία ή την οδηγεί να οχυρωθεί θυμωμένη σε μία δογματική αδιαλλαξία, στον Μπουλγκάκοφ η αντινομία φανερώνει πώς η σκέψη δεν συλλαμβάνει το αντικείμενο της και δεν το καθιστά ενυπάρχον, δεν το αφομοιώνει, παρά μόνον μερικώς, μέχρι ενός ορίου, το οποίο διαγράφεται από την αντινομία. Εάν το αντικείμενο ήταν ολότελα υπερβατικό, θα  έπαυε να είναι ένα αντικείμενο για την σκέψη, θα κατέληγε εντελώς ασύλληπτο, και εάν ήταν ολοκληρωτικώς προσαρμοσμένο, ταιριαστό, προς την σκέψη, τότε θα ήταν ολότελα ενυπάρχον, θα ήταν μέσα μας. 

Στον δρόμο όμως αυτόν, που αναλαμβάνει να περπατήσει η σκέψη επιθυμώντας να είναι πιστή σ’αυτή την παράδοξη αλήθεια, υπάρχει ένας θεμελιώδης σταθμός που δεν μπορεί να αποσιωπηθεί. Αυτός είναι η συνειδητοποίηση πώς αν υπάρχει μία «σκάλα του Ιακώβ» που συνδέει ουρανό και Γή, αυτή η σκάλα δεν έχει κατασκευαστεί από τον άνθρωπο, δεν υψώθηκε από την Γή, αλλά έχει τις ρίζες της στον ουρανό. Ο άνθρωπος με την μεθοδική του γνώση δεν είναι εις θέσιν να φτάσει τον Θεό. «Το υπερβατικό κατ’εξοχήν, καθότι θρησκευτική κατηγορία, δεν ενυπάρχει. Δεν υπάρχει ένα σύστημα που να επιτρέπει την άνοδο μέχρις αυτού (η θρησκευτική άσκηση δεν έχει σαν σκοπό της την γνώση, δεν κυβερνάται από το ενδιαφέρον της για την γνώση). Το υπερβατικό είναι έξω από τα όρια του ανθρώπου. 

Η πρωτοβουλία ξεκινά από τον Θεό: όταν ξεπερνιέται η άπειρη απόσταση ανάμεσα στον Θεό και τον κόσμο, αυτό συμβαίνει κατά χάριν, κατά τρόπο «ακανόνιστο», ασυνεχή, θαυμαστό. Η συγκαταβατική πράξη του Θεού προς τον άνθρωπο και τον κόσμο είναι μία πράξη απολύτως ελεύθερη, είναι καθαρό δώρο που δεν υπακούει σε λογικούς νόμους. Η γραφή το τονίζει ξεκάθαρα: ο Θεός μπορεί να φωτίσει με το πυρ τής χάρης του έναν αμαρτωλό, να γκρεμίσει στη Γή τον διώκτη του στον δρόμο προς τον Δαμασκό, και να παραμείνει μακρυά από τον άνθρωπο που στοχάζεται γύρω απ’Αυτόν με τις πιο λεπτεπίλεπτες σκέψεις. 

Συνεχίζεται 

Αμέθυστος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: