Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος Λόγος Δεύτερος (28)

ΠΕΡΙ ΕΚΠΟΡΕΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ 
ΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΞΕΧΑΣΑΝ ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ


Συνέχεια από: Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Αλλά όμως μεταχειριζόμενος επιεικέστερα τον προκείμενο λόγο, και μάλιστα για τους τυχόν μέλλοντες (αναγνώστες) ώστε να τον αναγνώσουν μετ’ ευγνωμοσύνης, θα δώσω γενικότερη έκθεση της αλήθειας εν συντομία, περιλαμβάνουσα τα πάντα υπό μορφή επιλόγου. Ο δε έχων ώτα προς διάκριση του ορθού και μη ορθού ας μυηθεί κατά το δυνατόν το βάθος του μυστηρίου· όσοι δε δεν κατέχετε κριτικωτάτη διάνοια, επιθέσατε πύλες εις τα ώτα σας, αν δεν παρέχετε τους εαυτούς πειθήνιους στους δυναμένους ή μάλλον τους δυναμουμένους από τον Θεό να λέγουν καλώς, έτσι ώστε να μην ονομάσετε αφροσύνη των ειδημόνων το ευρισκόμενο επάνω από την γνώση σας. Τί δε είναι αυτό το όποιο λέγω; Εντείνατε, παρακαλώ, τον νουν.

Το άγιο Πνεύμα προ αιώνων και επί αιώνες και πέρα έχει ως ιδιαίτερο γνώρισμα τής ιδιοτρόπου υπάρξεως το εκπορεύεσθαι εκ του Πατρός, της μόνης πηγαίας θεότητος, δηλαδή από την υπέρθεο εκείνη ουσία κατά μόνη την πατρική καθ’ υπόστασιν, καθ’ όσον είναι υπέρθεος και αυτοουσία και δεν υστερεί κατά τίποτε του προβαλλόντος, μάλλον δε δεν διαφέρει και δεν διαιρείται καθόλου, αν και ετερουπόστατο και αυθυπόστατο. Έτσι δε το όν (προερχόμενο) εκ του Πατρός ούτε από αυτόν διίσταται ποτέ, και με τον Υιό είναι -όχι λιγότερο- ενωμένο ουσιωδώς και αδιαστάτως, αναπαυόμενο εις αυτόν και ίδιον αυτού υπάρχον και ευρισκόμενο πάντοτε εις αυτόν φυσικώς· διότι αυτός είναι ο ταμίας του Πνεύματος. Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράδοξο, αν λέγεται ότι προέρχεται και εξ αυτού και εκ της φύσεως αυτού, κατά την πατρική όμως υπόστασιν. Και δι’ αυτού και εξ αυτού φυσικώς δίδεται και πέμπεται και προχέεται και προέρχεται, διδόμενο και φανερούμενο δι’ αυτού, εάν δε θέλεις και εκπορευόμενο προς τους άξιους. Εάν δε ακούσεις ποτέ εκπόρευση κατ’ αυτόν τον τρόπο, να νοείς την φανέρωσιν· διότι το εκπορεύεσθαι παρά Θεού δεν σημαίνει πάντοτε αυθυπόστατο ύπαρξη· διότι λέγει, «δεν ζει μόνον με άρτο ο άνθρωπος, αλλά με πάντα λόγο εκπορευόμενο δια στόματος Θεού». Βλέπεις ότι τα μεν εκπορευόμενα παρά Θεού είναι πολλά, διότι η λέξις παν είναι περιεκτική πλήθους, το δε Άγιον Πνεύμα είναι ένα, το όποιον κατά ίδιον τρόπο -ο οποίος το διακρίνει από όλα- εκπορεύεται παρά Θεού; Και πάλι, λέγει, «εθαύμαζον οι άλλοι με τούς λόγους τής χάριτος τους εκπορευομένους εκ του στόματος αυτού». Άραγε λοιπόν η χάρις των λόγων είναι αυθυπόστατος, όπως το Πνεύμα το εκπορευόμενο από μόνον τον Πατέρα; Άπαγε· και όμως την χάριν ταύτη ο Κύριος ονόμασε πνεύμα λέγοντας, «τα ρήματα τα όποια εγώ λαλώ, είναι πνεύμα και ζωή». Αλλά βλέπεις πως η χάρις είναι εκ του Υιού, και όχι μόνον αυτή, αλλά και όλες οι δωρεές του άγιου Πνεύματος.
Διότι εάν από την κοιλία των πιστευόντων εις Χριστόν ρέουν ποταμοί ύδατος ζώντος κατά την επαγγελία (διότι ο Κύριος λέγει, «οποίος πίει από το ύδωρ το όποιο θα του δώσω εγώ, θα γίνει πηγή ύδατος αναβλύζοντος εις ζωήν αιώνιον», δηλαδή εκπορευόμενη, κατά το «ήταν δε πηγή εκπορευομένη από την Εδέμ»), εάν λοιπόν εκ των ομοιωμένων με τον Υιό αναβλύζει ποταμηδόν, δηλαδή πηγάζεται και εκπορεύεται το Πνεύμα το οποίο υπάρχει εις αυτούς κατά χάριν, πολύ περισσότερο εκ του Υιού του κατά φύσιν προαιωνίως και αϊδίως έχοντος αυτό επαναπαυόμενο εις εαυτόν και συνημμένο φυσικώς.

Αλλά τούτο δεν είναι λόγος για να δογματίσομε ότι το Πνεύμα εκπορεύεται εκ τού Πατρός και του Υιού και των ομοιωμένων με τον Υιό κατά χάριν˙ διότι εκπορεύεται αποκλειστικώς εκ του Πατρός, ως έχον εξ αυτού μόνον την προαιώνιο και ομοούσιο ύπαρξιν. Διότι το άγιον Πνεύμα είναι και εκ του Πατρός και του Πατρός, και προηγείται κατά διάνοια το εκ του Πατρός είναι του Πατρός είναι (διότι το είναι κάτι προθεωρείται του είναι τίνος, αν και όχι κατά χρόνο). Και για αυτό είναι του Πατρός διότι είναι εκ του Πατρός, όπως λέγει και ο μέγας Βασίλειος στα κεφάλαια Προς Ευνομιανούς˙ «την οικειότητα προς τον Πατέρα νοώ του Πνεύματος, επειδή εκπορεύεται παρά του Πατρός». Εάν δε ευρεθεί πουθενά «εκ του Υιού», και με οποιαδήποτε λόγια, ευρίσκεται ως επαναπαυόμενο φυσικώς σε αυτόν προαιωνίως και αϊδίως, καθ’ όσον κατά την απόρρητο και άχρονο εκείνη γέννησιν έλαβεν εις εαυτόν τέλειον το Πνεύμα εκ Πατρός, το όποιον είναι εκ της αυτής ουσίας με αυτόν, κατά την πατρική όμως υπόστασιν. Επομένως επί του Υιού προθεωρείται το είναι αυτού Πνεύμα του εξ αυτού είναι, αν και όχι κατά χρόνο˙ και για αυτό είναι εκ του Υιού, διότι είναι του Υιού. Γι’ αυτό λοιπόν δεν έχει από αυτόν την ύπαρξιν.

Διά δε του Υιού λέγεται το άγιον Πνεύμα, ενίοτε μεν ως δι’ αυτού νοούμενο Πνεύμα Πατρός και εκ Πατρός, καθ’ όσον δεν είναι γεννητό αλλ’ εκπορευτό και ως εκπορευτό νοούμενο αμέσως εκ του εκπορεύοντος αυτό. Λέγεται δε επίσης ενίοτε κατά τους θεολόγους, ως παρακολουθούν αυτόν αχρόνως και μαζί με αυτόν και μετ’ αυτού, χωρίς να προέρχεται και εξ αυτού εκ του Πατρός, όπως είναι και από εδώ ολοφάνερο στους συνετούς˙ διότι κανείς από τους φρονώντες καλώς, ακούγωντας ότι ο Λόγος γεννάται προαιωνίως εκ Πατρός, δεν παραλείπει να έλθει ευθύς εις έννοια τού Πνεύματος το όποιον παρακολουθεί συμφυώς και συνανάρχως τον Λόγον, κατά την οποία έννοια δεν επιτρέπεται να εκλάβουμε την πρόθεσιν «διά» ως «εκ». Λέγεται δε τέλος έτσι και ως χορηγούμενο δι’ Υιού και εξ Υιού εις τους άγιους, όχι όμως πεμπόμενο ή διδόμενο ή πηγάζον από εκεί προαιωνίως, εάν δε θέλεις εκπορευόμενο, αλλ’ διδόμενο και φανερούμενο, όταν ευδόκησε να ληφθεί και να φανερωθεί και όπως ευδόκησε. Εάν δε οι Λατίνοι λέγουν ότι από εδώ στοχάζονται την προαιώνιο πρόοδο, εν συνεχεία δεν θα είναι ούτε εκεί κατά την ύπαρξιν. Και το τεκμήριο τούτο το όποιο αυτοί λέγουν, δεν θα τους βοηθήσει κατά τίποτε εις την πρόθεσή τους.

Αλλά έτσι θεολογείται το άγιον Πνεύμα ως προερχόμενο εκ του Υιού και διά του Υιού. Διότι μιας και τής αυτής ουσίας μία και η αυτή είναι η θέλησις και δόσις. Εκ δε των υιοθετημένων υπό του Θεού και δίδεται και αναβλύζει και πηγάζει και ενεργεί και φαίνεται, σαν να υπάρχει εις αυτούς η έμφυτος χάρις και δύναμις του Πνεύματος, αλλά κατά χάριν και όχι κατά φύσιν και επιδημήσασα ύστερον, δηλαδή ενεργήσασα δι’ αυτών αλλά όχι επαναπαυόμενη προαιωνίως.

Βλέπεις πόση είναι η διαφορά, ώστε να φθάνει πέραν του άπειρου; Οι δε Λατίνοι στο σύμβολο τής πίστεως, λέγοντες ότι ο Υιός εγεννήθη εκ του Πατρός, το δε Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός και του Υιού, δεν ομιλούν σαφώς περί των προαιωνίων και υποστατικών προόδων και περί αυτής της υπάρξεως του Υιού και του Πνεύματος; Σαφώς λοιπόν αναμιγνύουν τα άμικτα˙ με τα υπέρ χρόνον τα υπό χρόνον, με τα υπέρ αιτίαν τα δι’ αιτίαν. Διότι δι’ ημάς και εκ του Υιού στέλλεται˙ εάν δε δι’ ημάς, τότε και μετά από εμάς, εκ του Πατρός όμως δεν στέλλεται για κάτι ούτε προς κάτι ούτε μετά κάτι˙ άπαγε τής βλασφημίας, εκτός εάν δημιουργήσεις καί τούτο εσύ ο τολμηρός, μάλλον δε ψευδώνυμος θεολόγος, ο οποίος θέτεις τον Λόγον κάπως πλησιέστερα του Πατρός, το δέ άγιον Πνεύμα μακρότερα.

Δια τούτο λοιπόν και οι θεόσοφοι Πατέρες, παραδώσαντες σε εμάς την ομολογία της πίστεως, όπως εθεολόγησαν τον Υιό γεννηθέντα εκ του Πατρός, έτσι εθεολόγησαν και το Πνεύμα ως εκπορευόμενο εξ αυτού του Πατρός˙ δηλαδή εκάτερον αυτών αμέσως και εκ μόνου του Πατρός, εξ αυτής δηλαδή της πατρικής υποστάσεως. Εάν δε λόγω της μεταγενέστερης γενομένης σε εμάς επιφοιτήσεως, και μάλιστα από αντίδραση προς τους αποξενούντες το Πνεύμα από τον Υιό, είπε κανείς αυτό εξ αμφοτέρων ή εκ Πατρός δι’ Υιού ή ότι εκ του Υιού εκλάμπει και τα παρόμοια με αυτά, το είπε με την έννοια ότι υπάρχει και εις τον Υιό και είναι δικό του και κατά τίποτε ξένο.



(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Το αρχαίο κείμενο:


Οὐ μήν, ἀλλ᾿ ἐπιεικέστερον τόν προκείμενον μεταχειρίζων λόγον, μάλιστα διά τούς μετ᾿ εὐγνωμοσύνης ἐντυγχάνειν μέλλοντας καθολικωτέραν ἔκφανσιν ἐν βραχεῖ ποιήσομαι τῆς ἀληθείας, ὡς ἐν ἐπιλόγῳ τό πᾶν διαλαμβάνουσαν. Ὁ δ᾿ ἔχων ὦτα πρός διάκρισιν ὀρθοῦ καί μή τοιούτου μυείσθω κατά τό ἐγχωροῦν τό τοῦ μυστηρίου βάθος˙ πύλας δ᾿ἐπίθεσθε τοῖς ἑαυτῶν ὠσίν, ὅσοι μή κριτικωτάτην κέκτησθε διάνοιαν, εἰ μή τοῖς εὖ λέγειν δυναμένοις, μᾶλλον δέ παρά Θεοῦ δυναμουμένοις, πειθηνίους ἑαυτούς παρέχετε, ὡς ἄν μή τό ὑπέρ τήν ὑμετέραν γνῶσιν ἀφροσύνην τῶν εὖ εἰδότων ὀνομάσητε. Τί δέ ἐστιν ὅ λέγω; Καί συντείνατε παρακαλῶ τόν νοῦν.
Τό Πνεῦμα τό ἅγιον πρό αἰώνων καί ἀπ᾿ αἰῶνας καί ἔτι ἰδιαίτατον μέν ἔχει τῆς ἰδιοτρόπου ὑπάρξεως τό ἐκ τοῦ Πατρός, τῆς μόνης πηγαίας θεότητος, ἐκποερεύεσθαι, τουτέστιν ἐκ τῆς ὑπερθέου ἐκείνης οὐσίας καθ᾿ ὑπόστασιν μόνην τήν πατρικήν, ὑπέρθεος ὄν καί αὐτοουσία καί κατ᾿ αὐτήν τοῦ προσενεγκότος κατ᾿ οὐδέν ἀποδέον, μᾶλλον δέ μηδαμῶς διαφέρον ἤ διαιρούμενον, ἑτεροϋπόστατον δ᾿ ὅμως καί αὐθυπόστατον. Οὕτω δέ ὄν ἐκ τοῦ Πατρός, οὔτ᾿ αὐτοῦ διΐσταταί ποτε, καί τῷ Υἱῷ οὐχ ἧττον ἥνωται οὐσιωδῶς τε καί ἀδιαστάτως, αὐτῷ τε ἐπαναπαυόμενον καί ἴδιον αὐτοῦ ὑπάρχον καί ἐν αὐτῷ φυσικῶς διατελοῦν ἀεί˙ αὐτός γάρ ἐστιν ὁ τοῦ Πνεύματος ταμίας. Οὐδέν οὖν καινόν, εἰ καί ἐξ αὐτοῦ καί ἐκ τῆς φύσεως αὐτοῦ προϊέναι λέγεται, καθ᾿ ὑπόστασιν μέντοι τήν πατρικήν˙ καί δι᾿ αὐτοῦ καί ἐξ αὐτοῦ φυσικῶς καί δίδοται καί πέμπεται καί προχεῖται καί προέρχεται, δι᾿ αὐτοῦ διδόμενόν τε καί φανερούμενον, εἰ δέ βούλει καί ἐκπορευόμενον πρός οὕς ἄξιον. Καί ἐκπόρευσιν γάρ εἴπουπερ ἄν ἐν τοῖς τοιούτοις ἀκροάσῃ, τήν φανέρωσιν νόει˙ οὐ γάρ ἀεί τό ἐκπορεύεσθαι παρά Θεοῦ ὑπάρξεώς ἐστι σημαντικόν αὐθυποστάτου˙ «οὐκ ἐπ᾿ ἄρτῳ γάρ», φησί, «μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ᾿ἐπί παντί ρήματι ἐκπορευομένῳ διά στόματος Θεοῦ». Ὁρᾷς ὅτι τά μέν παρά Θεοῦ ἐκπορευόμενα πολλά, πλήθους γάρ συνεκτικόν τό πᾶν, τό δέ Πνεῦμα τό ἅγιον ἕν, ὅ καί ἰδιοτρόπως παρά πάντα ἐκπορεύεται παρά Θεοῦ; Καί πάλιν˙ «ἐθαύμαζον», φησί, «οἱ ὄχλοι ἐπί τοῖς λόγοις τῆς χάριτος τοῖς ἐκπορευομένοις ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ». Ἄρ᾿ οὖν ἡ τῶν λόγων χάρις αὐθυπόστατος, ὥσπερ τό Πνεῦμα τό ἐκπορευόμενον παρά μόνου τοῦ Πατρός; Ἄπαγε˙ καίτοι ταύτην τήν χάριν ὁ Κύριος Πνεῦμα προσηγόρευσεν εἰπών, «τά ρήματα ἅ ἐγώ λαλῶ, Πνεῦμα εἰσι καί ζωή εἰσιν». Ἀλλ᾿ ὁρᾷς ὅπως ἐξ Υἱοῦ ἡ χάρις καί οὐκ αὐτή μόνον, ἀλλά καί πᾶσαι αἱ δωρεαί τοῦ ἁγίου Πνεύματος.
Εἰ γάρ ἐκ τῆς τῶν πιστευόντων εἰς Χριστόν κοιλίας ποταμοί ρέουσιν ὕδατος ζῶντος κατά τήν ἐπαγγελίαν («ὁ πιών γάρ», φησίν ὁ Κύριος «ἐκ τοῦ ὕδατος, οὐ ἐγώ δώσω αὐτῷ γενήσεται πηγή ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωήν αἰώνιον», ταὐτόν δ᾿ εἰπεῖν ἐκπορευομένη, κατά τό «πηγή δέ ἦν ἐκπορευομένη ἐξ Ἐδέμ») εἰ οὖν ἐκ τῶν ὡμοιωμένων τῷ Υἱῷ ποταμηδόν ἅλλεται, ταὐτόν δ᾿ εἰπεῖν πηγάζεται καί ἐκπορεύεται τό Πνεῦμα κατά χάριν ἐνυπάρχον αὐτοῖς, πολλῷ μᾶλλον ἐκ τοῦ Υἱοῦ τοῦ κατά φύσιν προαιωνίως τε καί ἀϊδίως ἔχοντος ἑαυτῷ ἐπαναπαυόμενον αὐτό καί συνημμένον φυσικῶς.
Ἀλλ᾿ οὐ διά τοῦτο δογματίσομεν ἐκ τοῦ Πατρός καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ καί ἐκ τῶν ὡμοιωμένων κατά χάριν τῷ Υἱῷ ἐκπορεύεσθαι τό Πνεῦμα˙ ἰδιαίτατα γάρ ἐκ τοῦ Πατρός, ὡς ἐξ αὐτοῦ μόνου τήν ὕπαρξιν ἔχον τήν προαιώνιόν τε καί ὁμοούσιον. Ἔστι γάρ καί ἐκ τοῦ Πατρός καί τοῦ Πατρός τό Πνεῦμα τό ἅγιον, καί προηγεῖται τῇ ἐπινοίᾳ τοῦ εἶναι Πατρός τό ἐκ τοῦ Πατρός εἶναι˙ (τό γάρ εἶναί τι προθεωρεῖται τοῦ τίνος εἶναι, εἰ καί μή κατά χρόνον) καί διά τοῦτο τοῦ Πατρός, ὅτι ἐκ Πατρός, ὡς καί ὁ μέγας Βασίλειος ἐν τοῖς Πρός Εὐνομιανούς φησι κεφαλαίοις˙ «τήν πρός τόν Πατέρα οἰκειότητα νοῶ τοῦ Πνεύματος, ἐπειδή παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται». Ἐκ δέ τοῦ Υἱοῦ, εἴπου εὑρεθείη καί οἷς τισι ρήμασιν, ὡς αὐτῷ φυσικῶς ἐναναπαυόμενον προαιωνίως τε καί ἀϊδίως, ἅτε κατά τήν ἀπόρρητόν τε καί ἄχρονον ἐκείνην γέννησιν τέλειον ἐν ἑαυτῷ σχόντι ἐκ Πατρός τό Πνεῦμα, ἐκ τῆς αὐτῆς ὄν αὐτῷ οὐσίας, καθ᾿ ὑπόστασιν μέντοι τήν πατρικήν. Οὐκοῦν ἐπί τοῦ Υἱοῦ προθεωρεῖται τό εἶναι αὐτοῦ Πνεῦμα τοῦ ἐξ αὐτοῦ εἶναι, εἰ καί μή κατά χρόνον˙ καί διά τοῦτο ἐκ τοῦ Υἱοῦ, ὅτι τοῦ Υἱοῦ. Τοιγαροῦν οὐκ ἔχει παρ᾿ αὐτοῦ τήν ὕπαρξιν.
Διά δέ τοῦ Υἱοῦ λέγεται τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ἔσθ᾿ ὅτε μέν ὡς δι᾿ αὐτοῦ νοούμενον Πνεῦμα Πατρός καί ἐκ Πατρός, ἅτε μή γεννητόν ὑπάρχον ἀλλ᾿ ἐκπορευτόν, καί ὡς ἐκπορευτόν ἀμέσως ἐκ τοῦ ἐκπορευόντος αὐτό νοούμενον˙ ἔστι δέ καί ὡς συμπαρομαρτοῦν ἀχρόνως αὐτῷ κατά τούς θεολόγους καί σύν αὐτῷ καί μετ᾿ αὐτοῦ, ἀλλ᾿ οὐχί καί ἐξ αὐτοῦ ἐκ τοῦ πατρός ὑπῆρχον, ὡς καί αὐτόθεν τοῖς συνετοῖς ἐστι κατάδηλον˙ οὐδείς γάρ τῶν εὖ φρονούντων λόγον ἀκούσας προαιωνίως ἐκ Πατρός γεννώμενον οὐκ εἰς ἔννοιαν εὐθύς ἔρχεται τοῦ τῷ λόγῳ συμφυῶς καί συνανάρχως συμπαραμαρτοῦντος Πνεύματος, καθ᾿ ἥν ἔννοιαν οὐδ᾿ εἰς "ἐκ" τήν "διά" χρή μεταλαμβάνειν˙ ἔστι δέ καί ὡς δι᾿ Υἱοῦ καί ἐξ Υἱοῦ τοῖς ἁγίοις χορηγούμενον, οὐ μήν προαιωνίως ἐκεῖθεν πεμπόμενον ἤ διδόμενον ἤ πηγάζον, εἰ δέ βούλει ἐκπορευόμενον, ἀλλ᾿ ἡνίκα ληφθῆναι καί φενερωθῆναι εὐδόκησε καί ὡς εὐδόκησε διδόμενόν τε καί φανερούμενον˙ οὐ γάρ αὐτή καθ᾿ ἑαυτήν ἡ οὐσία καί ἡ ὑπόστασις φανεροῦταί ποτε τοῦ θείου Πνεύματος. Εἰ δέ Λατῖνοί φασιν ἐντεῦθεν στοχάζεσθαι τήν προαιώνιον πρόοδον, ἀκολούθως οὐδ᾿ ἐκεῖ κατά τήν ὕπαρξιν ἔσται. Καί τό τεκμήριον ὅ φασιν αὐτοί τοῦτο, οὐδέν αὐτοῖς συμβαλεῖται πρός τήν πρόθεσιν.
Ἀλλ᾿ ἐκ μέν τοῦ Υἱοῦ καί διά τοῦ Υἱοῦ οὕτω προϊόν θεολογεῖται τό Πνεῦμα τό ἅγιον˙ μιᾶς γάρ καί τῆς αὐτῆς οὐσίας, μία καί ἡ αὐτή καί θέλησις καί δόσις καί φανέρωσις. Ἐκ δέ τῶν υἱοποιήτων τῷ Θεῷ καί διδόμενόν ἐστι καί ἁλλόμενον καί πηγάζον καί ἐνεργοῦν καί φαινόμενον, ὡς ἐνυπαρχούσης μέν αὐτοῖς καί ἐνοικούσης τῆς ἐμφύτου χάριτος καί δυνάμεως τοῦ Πνεύματος, ἀλλά κατά χάριν καί οὐ φυσικῶς καί ὕστερον ἐπιδημησάσης, τουτέστι δι᾿ αὐτῶν ἐνεργησάσης, ἀλλ᾿ οὐ προαιωνίως ἐπαναπαυομένης.
Ὁρᾷς ὅση ἡ διαφορά, ὡς ἀπειρίας ἐπέκεινα; Λατῖνοι δέ ἐν τῷ συμβόλῳ τῆς πίστεως, ἐκ μέν τοῦ Πατρός λέγοντες γεννηθῆναι τόν Υἱόν, ἐκ δέ τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ τό Πνεῦμα ἐκπορεύεσθαι, οὐ σαφῶς περί τῶν προαιωνίων καί ὑποστατικῶν φασι προόδων καί αὐτῆς τῆς ὑπάρξεως τοῦ Υἱοῦ τε καί τοῦ Πνεύματος; Σαφῶς τοιγαροῦν μιγνύουσι τά ἄμικτα˙ τοῖς ὑπέρ χρόνον τά ὑπό χρόνον, τοῖς ὑπέρ αἰτίαν τά δι᾿ αἰτίαν. Δι᾿ ἡμᾶς γάρ ἐκ τοῦ Υἱοῦ πέμπεται˙ εἰ δέ δι᾿ ἡμᾶς, καί καθ᾿ ἡμᾶς. Ἐκ δέ τοῦ Πατρός οὐ διά τι, οὐδέ μετά τι˙ ἄπαγε τῆς βλασφημίας, εἰ μή σύ καί τοῦτ᾿ ἀναπλάσεις ὁ πάντολμος, μᾶλλον δέ ψευδώνυμος θεολόγος, καί τόν λόγον οἷον ἐγγυτέρω τοῦ Πατρός τιθείς, πορρωτέρω δέ τό Πνεῦμα τό ἅγιον.

Ταῦτ᾿ ἄρα καί οἱ θεόσοφοι Πατέρες ἡμῖν μέν παραδιδόντες τήν τῆς πίστεως ὁμολογίαν, ὡς ἐκ τοῦ Πατρός ἐθεολόγησαν γεννηθέντα τόν Υἱόν, οὕτω καί τό Πνεῦμα ἐξ αὐτοῦ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον˙ δηλονότι ἀμέσως ἑκάτερον αὐτῶν καί ἐκ μόνου τοῦ Πατρός, ἐξ αὐτῆς δηλαδή τῆς πατρικῆς ὑποστάσεως. Εἰ δέ διά τήν γενομένην ἐπιφοίτησιν ὕστερον ἡμῖν, καί ταῦτα  πρός τούς ἀλλοτριοῦντας τοῦ Υἱοῦ τό Πνεῦμα ἐνιστάμενοι, ἐξ ἀμφοῖν εἶπέ τις αὐτό, ἤ ἐκ πατρός δι᾿ Υἱοῦ ἤ ὅτι τοῦ Υἱοῦ ἐκλάμπει καί τά ὅμοια τούτοις, ἀλλ᾿ ὡς καί ἐν τῷ Υἱῷ ὑπάρχον καί ἴδιον αὐτοῦ καί κατ᾿ οὐδέν ἀλλότριον.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...