Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

ΣΟΛΟΒΙΕΦ! - Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ


ΔΕΝ ΞΕΚΙΝΑ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΘΗΝΑΓΟΡΑ.



Ο χωρισμός και η ένωση των Εκκλησιών, του Βλαδίμηρου Σολόβιεφ! [αποσπάσματα]

Πατέρας του οικουμενισμού είναι ως γνωστόν ο διάσημος και άγνωστος Σολόβιεφ (1853-1900). Παρόλο το σύντομο τής ζωής του είχε την «τύχη» να αποκτήσει πολλούς και ικανούς και διάσημους μαθητά
s, πρώτος εκ των οποίων είναι ο γνωστός μας Φλωρόφσκι. Ο Γερμανικός ιδεαλισμός, βαπτίζεται με τον Σολόβιεφ, στα νερά της πίστεώς μας και αντικαθιστά ουσιαστικά την πίστη με μία Ιστορική Ιδεολογία, τον οικουμενισμό και την γνώση του Αγίου πνεύματος με τις καθολικότητες του Hegel. Η βαριά του σκιά επηρεάζει τις μοίρες μας, σαν Χριστιανών μέχρι σήμερα και μάλλον για πάντα, σύμφωνα με την επιτυχία των οικουμενιστικών του Οραμάτων, που εξακριβώνονται πλέον σήμερα!

«Ιστορικά η Χριστιανική Εκκλησία αντιπροσωπεύει την ενότητα δύο ιδρυτικών αρχών: της ανατολικής η οποία είναι παθητική παράδοση στη θεότητα και της Δυτικής η οποία ορίζει την αυτονομία του ανθρώπου. Και οι δυο αρχές είναι εξίσου απαραίτητες για την Εκκλησία, προκειμένου η ανθρωπότης να πραγματοποιήσει με την θέληση της και γι’ αυτό αυτόνομα, το θέλημα του Θεού, από την στιγμή που θα το αναγνωρίσει.

Η ανθρωπότης η οποία εισέρχεται να λάβει μέρος στην Εκκλησία πρέπει κατά πρώτον να πιστέψει στην πανανθρώπινη αλήθεια που της απεκαλύφθη και δεύτερον να δράσει, για να θέσει σε πρακτική εφαρμογή στον ανθρώπινο κόσμο της αυτή την αλήθεια!

Το ιδανικό της Εκκλησίας είναι η αρμονία αυτών των δύο πράξεων. Αυτό το ιδανικό όμως το οποίο μας εδόθη στο πρόσωπο του ανθρώπου-Θεού, πραγματοποιήθη ολοκληρωτικά μόνον από Αυτόν, ενώ η ανθρωπότης η οποία βρίσκεται ακόμη σε πορεία προς την Βασιλεία του Θεού μπορεί να θρυμματίσει και στην πράξη έχει θρυμματίσει την ισορροπία ανάμεσα στην ανθρώπινη πράξη και στην θεϊκή και από τις δύο κατευθύνσεις! Η ανθρώπινη δραστηριότητα στην Εκκλησία μπορεί να αποδειχθεί ή πολύ αδύναμη με συνέπεια να προκαλέσει στην Εκκλησιαστική ζωή αγκύλωση και σταμάτημα, ή πολύ ενεργητική και να παραμορφώσει τοιουτοτρόπως το “έργο του Θεού” εισάγονται στην Εκκλησία τα πάθη και τα ανθρώπινα συμφέροντα! Δύο είναι λοιπόν οι απειλές που στέκονται πάνω από την Χριστιανική ανθρωπότητα: Η Ανατολική ακινησία και η υπερβολική δραστηριοποίηση της Δύσεως!

Η Ανατολή, ορθόδοξη στην Θεολογία αλλά ετερόδοξη στη ζωή, κατενόησε την θεανθρωπότητα του Χριστού αλλά δεν κατόρθωσε να συλλάβει την θεανθρώπινη σημασία της Εκκλησίας. Θέλησε να έχει στην Εκκλησία μόνον το θείο και όχι το θεανθρώπινο. Για την Ανατολή η Εκκλησία υπήρξε μόνον το Ιερό που δόθηκε από ψηλά σε ολοκληρωμένη μορφή, την οποία διατηρεί η παράδοση και την οποία η ευλάβεια οικειοποιείται. Στην πραγματικότητα αυτό είναι το πρώτο πράγμα για την Εκκλησία, αλλά για την Ανατολή υπήρξε και το τελευταίο. Για την Ανατολή όλη η Χριστιανική αλήθεια, η οποία αντιπροσωπεύεται από την Εκκλησία, υπήρξε μόνον υπεράνω της ανθρωπότητος και πριν από την ανθρωπότητα. Ενώ ο Χριστιανισμός είναι η αλήθεια της θεανθρωπότητος, δηλαδή της προσωπικής ενώσεως της θεότητος με την ανθρωπότητα σε όλες τις παραμέτρους. Γι’ αυτό και η Εκκλησία η οποία στην βάση της είναι έργο υπερανθρώπινο, δεν μπορεί να περιοριστεί μόνον σ’ αυτήν την θεϊκή βάση αλλά πρέπει να αγκαλιάσει ολόκληρο το οικοδόμημα τής υπάρξεώς μας. Η Εκκλησία ή η Βασιλεία του θεού, δεν πρέπει να παραμείνει μόνον πάνω από μας, να είναι μόνον αντικείμενο, της λατρείας μας, αλλά πρέπει να είναι και σε μας σαν κατευθυντήριος δύναμις και Ελεύθερη ζωή για ολόκληρη την ανθρωπότητα! Η Εκκλησία δεν είναι μόνον ΙΕΡΟ αλλά είναι επίσης ΑΥΘΕΝΤΙΑ και ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Χωρίς αυτή την τριάδα δεν υπάρχει αληθινή ζωή στην Εκκλησία.

Η Ανατολή προσκολλήθηκε αποκλειστικώς στην θεία βάση της Εκκλησίας και ξέχασε να ολοκληρώσει αυτή την βάση στην ανθρωπότητα.

Η Εκκλησία είναι κάτι αΐδιο, κάτι αναλλοίωτο το οποίο διατηρείται ανεξάρτητα από εμάς και είναι επίσης και κάτι το οποίο ολοκληρώνεται από εμάς, το οποίο αλλάζει και βρίσκεται σε κίνηση!

Αυτό που στην Εκκλησία παραμένει αναλλοίωτο είναι η αδιάκοπη συνέχεια του κλήρου, η αιώνια αλήθεια του δόγματος, η αγιότης των Μυστηρίων! Όλα αυτά σχετίζονται με την Θεότητα και απαιτούν από τον άνθρωπο αποδοχή και αναγνώριση. Αυτό όμως που κινείται και αλλάζει στην Εκκλησία, το οποίο οικοδομείται σταδιακά και ιστορικά πάνω στην θεία βάση της, αναφέρεται απευθείας στον άνθρωπο και απαιτεί την θεληματική δραστηριότητα του ιδίου. Ο θεανθρώπινος χαρακτήρας της εκκλησίας απαιτεί την απόλυτη ένωση αυτών των δύο στοιχείων! Σαν αληθινό σώμα του Θεανθρώπου Χριστού. Η εκκλησία πρέπει να είναι σαν κι Εκείνον, η ασύγχυτη και αδιαίρετη ένωση του θείου και του ανθρωπίνου. Στο Χριστό το ανθρώπινο (η λογική θέληση) υποτάχθηκε ολοκληρωτικά στη θέληση του πατρός και μέσα απ’ αυτόν τον ηρωισμό της απαρνήσεως του εαυτού του, υπέταξε στον εαυτό του την υλική του φύση, την θεράπευσε, την μεταμόρφωσε και την ανέστησε σε μία νέα πνευματική μορφή. Με τον ίδιο τρόπο στην εκκλησία το ΙΕΡΟ το οποίο γίνεται αποδεκτό από την θέληση και την νόηση του ανθρώπου μέσω της απαρνήσεως του εαυτού, από τα πρόσωπα και τους λαούς, πρέπει να επεκταθεί σε όλες τις ανθρώπινες παραμέτρους, σε όλη την φυσική ζωή και μέσα απ’ αυτό στη ζωή όλου του κόσμου για να τον θεραπεύσει, να τον μεταμορφώσει και να τον αναστήσει.

Η Θεία Αρχή της εκκλησίας δεν πρέπει να διατηρηθεί και να συντηρηθεί στον κόσμο αλλά πρέπει να κυβερνήσει τον κόσμο. Η εκκλησία, η οποία είναι αΐδιο και αναλλοίωτο Ιερό, πρέπει να είναι επίσης και αποτελεσματική δύναμις. Αυτή η πνευματική δύναμις της εκκλησίας θα οδηγήσει την ανθρωπότητα και θα κατευθύνει τον κόσμο στον σκοπό του, δηλαδή στην ενότητα όλων σ’ ένα μοναδικό θεανθρώπινο σώμα στο οποίο όλες οι δυνάμεις της δημιουργίας ενσαρκώνουν ενεργητικά καθ’ εαυτές την μοναδική θεότητα!

[Σ’ αυτή την αρχή στηρίζεται η πρόταση αναμόρφωσης της εκκλησίας του Παντελή Καλαϊτζίδη, η οποία κυκλοφορεί ήδη στην Αγγλική γλώσσα στο περιοδικό
The Ecumenical Review, July 2009. Ο κ. Καλαϊτζίδης θεολόγος της νεωτερικότητας και της μετανεωτερικότητας, Golden boy της εκκλησίας της Δημητριάδος και της θεολογικής Θεσσαλονίκης, χρησιμοποιεί φρέσκιες δικές του ιδέες ηλικίας τουλάχιστον 100 ετών, όπως και όλοι οι συνάδελφοί του που 'χουν ξετινάξει τα παγκάρια της εκκλησίας.]

Το Ιερό της εκκλησίας που δόθηκε στην αποκάλυψη και φυλάχτηκε στην παράδοση (κλήρος, δόγμα, μυστήρια) είναι η Αρχή, η πνευματική δύναμις η οποία συνδυάζεται με την Αρχή, είναι το μέσον και η ελεύθερη θεανδρική ζωή, είναι ο σκοπός, το τέλος του έργου του θεού!

Εάν η Ανατολή αναλώθηκε στην συντήρηση, στην Ιερή καταγωγή της Βασιλείας του θεού η Ρώμη λόγω του πρακτικού χαρακτήρος της ενδιαφέρθηκε πάνω απ' όλα για τα μέσα με τα οποία θα επιτύγχανε την Βασιλεία του θεού πάνω στη γη. Το πρώτο και κύριο μέσον ή η συνθήκη γι' αυτό είναι η ενότης της πνευματικής αυθεντίας και η Ρώμη έβαλε όλη της την ψύχη στην προσπάθειά της να ενώσει και να δυναμώσει την πνευματική εξουσία, κάτι που αντιστοιχεί στο Ρωμαϊκό δαιμόνιο.

Η Χριστιανική Ρώμη λόγω της Ιστορικής της ιδιαιτερότητος υπήρξε ίδια με την ειδωλολατρική Ρώμη, αντιπροσωπεύοντας όπως κι εκείνη, την Αρχή της βουλήσεως, δηλαδή της πρακτικής νοήσεως η οποία εκφράζεται αντικειμενικώς σαν νόμος και σαν αυθεντία! Αυτή η Αρχή υπήρξε κενή και χωρίς κανένα περιεχόμενο στη διάρκεια της ειδωλολατρίας και γι' αυτό προς το τέλος της αυτοκρατορίας ενσαρκώνεται άσκοπα στον καισαρισμό. Με τον Χριστιανισμό όμως δέχεται την πληρότητα του περιεχομένου και χρησιμοποιείται στο έργο του θεού πάνω στη γη.

Εάν η στοχαστική Ανατολή αμάρτησε με το να μην σκεφτεί τα πρακτικά μέσα και τις συνθήκες με τις οποίες θα πραγματοποιούσε το έργο του θεού πάνω στη γη, η πρακτική Δύση έκανε επίσης μεγάλο λάθος καθώς ενδιαφέρθηκε μόνον γι' αυτά τα μέσα, πριν από κάθε τι άλλο και μόνο γι' αυτά, μεταμορφώνοντάς τα σε σκοπό της δραστηριότητός της. Ο Χριστιανισμός δεν είναι ένα απλό αντικείμενο διαλογισμού, αλλά ούτε και μια υπόθεση καθαρής πράξης. Η μεγαλύτερη δυστυχία παρόλα αυτά όμως υπήρξε η έλλειψη αγάπης μεταξύ των, η έλλειψη χριστιανικής αγάπης! Η αποξηραμένη αγάπη δεν τους βοήθησε να καταλάβουν ο ένας τον άλλον και να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον.

Εάν λοιπόν ο απομονωμένος στοχασμός της Ανατολής στάθηκε ανίκανος μπρος στην ζωντανή δύναμη μιας ξένης πίστεως, η απομονωμένη θρησκευτική δραστηριότης του Δυτικού Καθολικισμού απεδείχθη ανίκανη απέναντι στην αμφιβολία της σκέψης. Η Ιερότης της εκκλησίας του θεού διετηρήθη και στις δύο χωρισμένες πλευρές του Χριστιανικού κόσμου, αλλά παρέλυσε ή παραμορφώθηκε η υποχρέωση να εισαχθεί αυτή η Ιερότης στη ζωή της ανθρωπότητος. Ο ησυχασμός του Βυζαντίου, καθώς δεν υποστηριζόταν από την δυναμική ενέργεια της Ρώμης, παρέδωσε την Χριστιανική Ανατολή θύμα μιας αντιχριστιανικής θρησκείας, ενώ η φιλοδοξία γεμάτη φθόνο και η πρακτική ενέργεια της Ρώμης, στερημένη της επήρειας του εξισορροπιστικού διαλογισμού της Ανατολής, δεν κατόρθωσαν να σώσουν την Χριστιανική Δύση από τις πλανεμένες ιδέες του αντιχριστιανικού Διαφωτισμού!»

Η ουσία της μεγάλης διαφωνίας ανάμεσα στην Χριστιανική Ανατολή και την Χριστιανική Δύση, από την αρχή της μέχρι σήμερα, συμπυκνώνεται στο εξής: Η Εκκλησία του Θεού πρέπει να υπηρετήσει μέσα στην ανθρωπότητα έναν συγκεκριμένο πρακτικό σκοπό, και για την πραγματοποίηση του είναι απαραίτητη η ενότης όλων των Εκκλησιαστικών δυνάμεων κάτω από την καθοδήγηση και την εξουσία μιας κεντρικής Εκκλησιαστικής αυθεντίας!

Με άλλα λόγια: Πρέπει η εκκλησία πάνω στη Γη να εμφανιστεί σαν πρόδρομος της Βασιλείας του θεού και γι’ αυτόν τον λόγο να είναι μία και ενωμένη, διότι μία Βασιλεία χωρισμένη δεν αντέχει στον χρόνο ενώ η Εκκλησία κατά τους Λόγους του Κυρίου θα αντέξει μέχρις εσχάτων και οι πύλες του Άδου δεν θα την νικήσουν! Η Λατινική Εκκλησία απάντησε θετικά. Επέμεινε κυρίως στο πρακτικό μέρος του Χριστιανισμού, στην σημασία της Εκκλησίας σαν αντιπροσωπευτική Βασιλεία ή σαν πόλης του Θεού (
critical Dei)

H αρχή της Εκκλησιαστικής αυθεντίας, δηλαδή της πνευματικής δύναμης, η οποία αντιπροσωπεύθηκε κυρίως από την Λατινική Ρώμη, έχει μία τριπλή εκδήλωση και δημιουργεί μια τριπλή επίσης ερώτηση. Κατά πρώτον στο χώρο της ίδιας της Εκκλησίας σε τί είδους σχέση πρέπει να βρίσκεται η κεντρική Εκκλησιαστική εξουσία με τους αντιπροσώπους των τοπικών Εθνικών Εκκλησιών. Στη συνέχεια, πρέπει να αναρωτηθούμε για τη σχέση της Εκκλησίας με το κράτος, της Εκκλησιαστικής αυθεντίας με τη λαϊκή. Τέλος τίθεται το ερώτημα της σχέσεως ανάμεσα στην πνευματική εξουσία και στην πνευματική ελευθερία του ατόμου, το ζήτημα της ελευθερίας της συνειδήσεως.

Σ’ αυτά τα τρία προβλήματα ο πάπας απάντησε ξεκάθαρα μέσα στην Ιστορία και στο δόγμα. Πιστοποίησε την απόλυτη ενότητα και το αδιαίρετο της πνευματικής εξουσίας και της εκκλησιαστικής αυθεντίας, συγκεντρωμένης στην έδρα του πρίγκιπος των αποστόλων, του Πέτρου! Το δόγμα της «πέτρας» και των «κλειδιών» πιστοποιεί το απόλυτο πρωτείο (
Summum imperium) της Εκκλησίας στο κράτος δηλαδή στη λαϊκή εξουσία με το δόγμα των «δύο σπαθιών», και τέλος όσον αφορά την προσωπική Ελευθερία δηλώνει την απόλυτη αναγκαιότητα της εκκλησιαστικής αυθεντίας η οποία πρέπει να γίνει αποδεκτή nolens volens (θέλοντας και μή).

Μ’ αυτόν τον τρόπο η Εκκλησία της Ρώμης απαιτεί μια απροϋπόθετη υποταγή από τις τοπικές Εκκλησίες με τους Επισκόπους τους, από το κράτος και από όλες τις λαϊκές αρχές και τέλος από κάθε Χριστιανό ιδιαιτέρως. Δηλώνει την αναγκαιότητα μιας τριπλής υποταγής Εκκλησιαστικής, πολιτικής και ήθικο-προσωπικής. Είναι γνωστό σε όλους μας πως αυτή η τριπλή απαίτηση προκάλεσε μια τριπλή αντίδραση! Το Βυζάντιο και ολόκληρη η Ορθόδοξη Ανατολή αντιστάθηκαν στον Εκκλησιαστικό αυταρχισμό της Ρώμης και παραμένουν αμετακίνητοι μέχρι σήμερα στην αντίθεσή τους στον πάπα. Οι λαϊκές δυνάμεις, οι βασιλείς και οι λαοί συμμάχησαν εναντίον της πολιτικής απολυταρχίας του πάπα και συνεχίζουν να δίνουν μία άγρια και επιτυχημένη μάχη περνώντας από την άμυνα στην επίθεση. Τέλος ο Γερμανικός προτεσταντισμός επαναστάτησε εναντίον της ηθικής απολυταρχίας της Ρώμης η οποία απαιτούσε από την ατομική συνείδηση και νόηση, απόλυτη υπακοή. Ακόμη μέχρι σήμερα οι ελεύθερες δυνάμεις του προσωπικού πνεύματος αντιστέκονται στις απαιτήσεις αυθεντίας του πάπα!

Η Ρώμη προσπάθησε να ενώσει τα διασκορπισμένα στοιχεία της ανθρωπότητος και το μόνο που κατόρθωσε είναι να τους ενώσει όλους σε μία κοινή αντίσταση εναντίον της και εναντίον των απαιτήσεών της! Πόσες διαφορετικές δυνάμεις και πόσα διαφορετικά πρόσωπα δεν συγκέντρωσε η Ιστορία στον κοινό αγώνα αντίστασης στην αυθεντία του πάπα! Τον Φώτιο και τον Λούθηρο, τον αυτοκράτορα Φρειδερίκο ΙΙ και τον Μάρκο της Εφέσου, τον Μελάνκτονα και τον Ερρίκο τον 8ο !

Για να είμαστε δίκαιοι απέναντι στην Λατινική Εκκλησία, πρέπει να διακρίνουμε για τί πράμα πάλεψε μέσα στην Ιστορία, από τον τρόπο με τον οποίο πάλεψε. Στο Εκκλησιαστικό πεδίο η Ρωμαϊκή Εκκλησία αντιπροσώπευε την αρχή της ορατής ενότητος και κεντρικής εξουσίας, της υπέρτατης αυθεντίας. Για να κρίνουμε σωστά αυτό το σημείο πρέπει να θέσουμε τις αντίστοιχες ερωτήσεις:
1) Είναι αναγκαία μία κεντρική εξουσία στην Ορατή Εκκλησία;
2)
Mε ποιο δικαίωμα η έδρα της Ρώμης αποκτά αυτή την εξουσία;
3) Πώς το εξάσκησε;

Μπορούμε να απαντήσουμε στο πρώτο ερώτημα μόνον εάν αναγνωρίσουμε στην Χριστιανική Εκκλησία μία πρακτική αποστολή στην Ιστορία, εάν δεχθούμε πώς, παρότι διαθέτει μία βάση ακίνητη και αΐδια, είναι επίσης και μια Ιστορική δύναμις η οποία πρέπει να πράξει και να πολεμήσει στον κόσμο, δηλαδή μόνον εάν αναγνωρίσουμε την Γήινη Εκκλησία σαν στρατευμένη. Για το πρακτικό έργο, για την μάχη, είναι απαραίτητη η ενότης και η αδελφότης των δυνάμεων πού βρίσκονται σε δράση, είναι απαραίτητη μισ υπέρτατη κεντρική αυθεντία, μια σωστά ιεραρχημένη τάξη και μια αυστηρή πειθαρχία.

Αυθεντία, τάξις, πειθαρχία: Πόσο χαμηλοί και κατώτεροι είναι αυτοί οι όροι συγκρινόμενοι με την πνευματική και θεϊκή ουσία της εκκλησίας!

«Η Εκκλησία -λένε- δεν είναι εξουσία και αυθεντία αλλά αλήθεια, όπως ακριβώς δεν είναι εξουσίες ο Χριστός και ο Θεός». Είναι αλήθεια πως ο Θεός, ο Χριστός και η Εκκλησία, στην απόλυτη ουσία τους είναι μόνον αλήθεια, αλλά πού υπάρχουν οι άνθρωποι οι οποίοι μπορούν να ζήσουν μόνο με την απόλυτη ουσία και για τους οποίους η αλήθεια δεν εξαρτάται από της εξουσία; Ο Χριστός δεν είπε πως είναι μόνον η αλήθεια, αλλά είπε: «Εγώ είμαι η οδός και η αλήθεια και η ζωή», και στη γήινη ύπαρξή του δεν προσπάθησε μόνο να πείσει και να φωτίσει αλλά έδωσε και διαταγές, δεν έδωσε μόνο μαρτυρία της αλήθειας που κατοικούσε μέσα Του αλλά έδειξε επίσης και την αυθεντία που κατείχε! Δεν είναι τυχαίο πως ο Ευαγγελιστής ομολογεί πως ο Χριστός μιλούσε και έπραττε «σαν κάποιος που έχει εξουσία» και σ' αυτό ακριβώς τοποθετεί τον διακεκριμένο χαρακτήρα της αποστολής Του.


Μπορούμε τώρα να περάσουμε στη δεύτερη ερώτηση μας, γιατί στη Ρώμη, στην έδρα της επισκοπής της Ρώμης, αποδίδεται μία κεντρική σπουδαιότης από όλη την καθολική Εκκλησία; Πρώτα απ’ όλα επειδή καμμία άλλη Εκκλησία δεν απέκτησε τόση σπουδαιότητα. Ένα από τα δύο μπορεί να ισχύσει: Ή η Εκκλησία δεν πρέπει να’ χει ένα κέντρο, και μάλιστα ένα κέντρο ενότητος, ή αυτό το κέντρο βρίσκεται στη Ρώμη διότι σε καμμία άλλη επισκοπική έδρα δεν είναι δυνατόν να σημειώσουμε μία τόσο μεγάλη σημασία σαν αυτή της Καθολικής Εκκλησίας.

[Είναι απίστευτο αυτό που συμβαίνει στο μυαλό του Σολόβιεφ. Ο κατακτητής τής εποχής θέλει να κατακτήσει και την νέα θρησκεία. Μόνο για την Ελληνική γλώσσα γίνεται λόγος στα Ευαγγέλια. Σήμερα π.χ. με όλο το δικαίωμα του κατακτητού η Αμερική επιβάλει το πολυπολιτισμικό μ
oντέλλο και το πολυθρησκευτικό και κατά συνέπειαν είμαστε όλοι υποχρεωμένοι να βρούμε επιχειρήματα για να υποστηρίξουμε την αναγκαιότητα της προόδου. Απίστευτο. Το πάθος για δύναμη του ανθρώπου είναι η ψυχή του η ίδια].

Η Εκκλησία της Ρώμης όμως πώς κατανόησε και πώς φανέρωσε την ίδια την σημασία τής; Η αναγκαιότης ενός ενοποιητικού κέντρου (
Centrum Unitatis) και μίας πρώτης εξουσίας στη Γήινη Εκκλησία δεν απορρέει από την αιώνια ουσία της αλλά εξαρτάται από την παροδική κατάστασή της σαν στρατευμένη Εκκλησία! Από εδώ φαίνεται ξεκάθαρα πως τα προνόμια της κεντρικής πνευματικής εξουσίας δεν μπορούν να επεκταθούν στις αιώνιες βάσεις της Εκκλησίας [του Βυζαντίου επομένως, κατά τον λόγο του Σολόβιεφ, το οποίο κράτησε ανόθευτη την αιώνια βάση της πίστης μας, το Ιερό της. Η γλώσσα ομολογεί πάντα την αλήθεια, όσο και αν την παιδεύει ο κάθε Σοφιστής]. Πρώτο-πρώτο από τις αιώνιες αλήθειες είναι η Ιερή Τάξις, δηλαδή το κληρονομημένο δώρο από τους αποστόλους να ανακηρύττουμε άλλους στα Ιερά καθήκοντα. Σ’ αυτό το σημείο ο φορέας της κεντρικής εξουσίας, δηλαδή ο Πάπας, δεν μπορεί να υπερέχει από κανέναν άλλο επίσκοπο. Μπορεί να υπερέχει, όχι σαν επίσκοπος σε επίσκοπο, αλλά μόνον σαν υπέρτατος κυβερνήτης της Εκκλησίας πάνω στους κατώτερους κυβερνήτες, ή ακολουθώντας την Λατινική ορολογία, το πρωτείο του πάπα δεν αφορά την Potestas Ordinis, κατά την οποία είναι τελείως ίσος με τους υπόλοιπους επισκόπους παρά μόνον την Potestas jurisdictionis, δηλαδή την διεύθυνση και την εκπαίδευση στην Εκκλησία. Σύμφωνα δε και με την άλλη βάση της Εκκλησίας, τα Μυστήρια, ο πάπας δεν μπορεί να υπερέχει ούτε και από τους ιερείς, είναι κι’ αυτός ένας ιερεύς ανάμεσα στους ιερείς. Τέλος σύμφωνα με την τρίτη βάση της Εκκλησίας που είναι το αποκεκαλυμμένο δόγμα του Χριστιανισμού, ο πάπας δεν υπερέχει ούτε από τους απλούς λαϊκούς. Ο πάπας δεν μπορεί να είναι η πηγή ή η αιτιώδης αρχή της δογματικής αλήθειας, όπως δεν είναι ούτε της Τάξεως, ούτε και των Μυστηρίων. Στην απόκτηση της αλήθειας του Χριστού ο πάπας είναι μόνον ένας Χριστιανός ανάμεσα σε Χριστιανούς.

Μ’ αυτή την σημασία λοιπόν η εξουσία και αυθεντία του πάπα, δεν αφορά τις αιώνιες βάσεις της Εκκλησίας, αλλά μόνον το πρωτείο του στην καθοδήγηση των γήινων υποθέσεων της Εκκλησίας για μία καλύτερη διακυβέρνηση και μία καλύτερη εφαρμογή των κοινών και των ιδιωτικών ενεργειών, στις ανάγκες που παρουσιάζονται σε κάθε εποχή για το Έργο του Θεού. Το ΙΕΡΟΝ της Εκκλησίας το οποίο έχουμε δεχθεί στην αποκάλυψη και το οποίο διατηρείται στην παράδοση, δεν ανήκει σε κανέναν άνθρωπο: Ούτε στον Καίσαρα ούτε στον πάπα. Αυτός ο τελευταίος μπορεί να χειριστεί μόνον την ανθρώπινη πλευρά της Εκκλησίας δηλαδή της στρατευμένης παροδικής της Τάξεως. Γίνεται φανερό λοιπόν πως η κεντρική εξουσία και αυθεντία του πάπα έχει μία σχετική σημασία. Σαν όλες τις άλλες πνευματικές εξουσίες, αυτή η αυθεντία είναι μόνο ένα πρακτικό-ηθικό μέσον, προκαθορισμένου από ένα Μυστικιστικό γεγονός, για το έργο του Θεού στη Γη, δηλαδή προκειμένου να οδηγήσει την χρονική παροδική ζωή της ανθρωπότητος στον αιώνιο σκοπό της!

(Η γνωστή μας εσχατολογία ή αλλιώς η εξέλιξη της ανθρωπότητος).

Υπήρξαν πολλοί πάπες οι οποίοι υπηρετούσαν με τιμιότητα και αφοσίωση αυτόν το σκοπό. Είναι όμως ξεκάθαρο επίσης πως από την εποχή του σχίσματος (πάλι φταίνε οι Έλληνες) και παράλληλα με την ανάπτυξη του Βυζαντινισμού στην ανατολή, η δύση μας δείχνει ένα άλλο ρεύμα σκέψης, πιο βρώμικο και Ιδιοτελές το οποίο θα ονομάσουμε παπισμό για να το διακρίνουμε από τους πάπες και από την καθαρή τους σημασία.

Ο παπισμός είναι μια συμπεριφορά φθόνου και ματαιοδοξίας απέναντι στην εξουσία του πάπα, η προσπάθεια να επιβληθεί αυτή η εξουσία πάνω στη βάση του εξωτερικού δικαίου, να βασισθεί στην δικαιοσύνη, να δυναμώσει με πονηρές πολιτικές, να τύχει υπερασπίσεως με τα όπλα. Η στρατευμένη εκκλησία μεταλάσσεται σε πολεμική εκκλησία. Αντί για μια δύναμις ήσυχη και σταθερή, σίγουρη για τον εαυτό της, ενεργεί με μια δαιμονική εξάρτηση από την κυριαρχία της στην εκκλησία. Με λίγα λόγια σε όλους τους χαρακτήρες της υπέρτατης πνευματικής διακονίας υπεισέρχονται τα χαρακτηριστικά της υλιστικής εξουσίας!

Το πνεύμα του παπισμού, το οποίο κατέλαβε την εκκλησία της Ρώμης, κατέστρεψε και την ιδέα της θεοκρατίας που αντιπροσώπευε το καθεστώς του πρωτείου του πάπα και δίνει σ’ αυτή την ιδέα της θεοκρατίας τον χαρακτήρα μιας βίαιης υπεροχής.

Η Διαμαρτυρία εναντίον αυτής της διαστροφής αρνείται συνήθως και την ιδέα της θεοκρατίας. Όμως από την εποχή του Χριστιανισμού, όταν ομολογούμε την ενσάρκωση της Θεότητος στην Γη και τον συσχετισμό επομένως όλων τον γήινων με τα ουράνια στην εκκλησία, η θεοκρατική ιδέα είναι μια αναγκαία συνέπεια.

Ο Χριστός είπε: «Το Βασίλειό μου δεν είναι εκ του κόσμου τούτου». Και για αυτό ακριβώς επειδή δεν είναι του κόσμου αλλά υπεράνω του κόσμου, ο κόσμος πρέπει να υποταχθεί σε αυτό το υπεράνω, όπως το κατώτερο στο ανώτερο. Γι' αυτό ακριβώς ο Θεός συμπλήρωσε «Εγώ, νίκησα τον Κόσμο». [ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ!]

Η Διαμαρτύρηση του ανθρώπου, του ανθρωπίνου προσώπου που έφτασε στην αυτοσυνειδησία, χτυπά τον παπισμό σ’ αυτή την ίδια την καρδία του. Διότι και αυτός ο παπισμός γεννήθηκε από την δράση της Αρχής του ανθρώπου, της ανθρωπολογικής αρχής στην Εκκλησία. Αυτός ο ίδιος ο παπισμός προκάλεσε την αντίδραση εναντίον της βίας της πνευματικής εξουσίας που είχε ξεχάσει τον ίδιο τον πνευματικό της χαρακτήρα.

Οι ιστορικές παραμορφώσεις της καθολικής εκκλησίας μας αποκαλύπτουν κάτι πολύ σημαντικό και χρήσιμο.

Ο θεσμός του πάπα βεβαιώνει την ενότητα της στρατευμένης εκκλησίας μέσω της συγκεντρώσεως της πνευματικής εξουσίας και σ’ αυτή την πράξη υπάρχει αλήθεια. Αφήνοντας όμως πίσω του αυτή την αλήθεια ο παπισμός άρχισε να πνίγει την τοπική εκκλησιαστική ανεξαρτησία και έπεσε στο πρώτο του λάθος : Ο χωρισμός των εκκλησιών δείχνει πως η εκκλησία δεν μπορεί να μείνει ενωμένη με την δύναμη.

Ο θεσμός του πάπα βεβαιώνει πως το κράτος και η κοινωνία των πολιτών πρέπει να υποταχθούν στην εκκλησιαστική εξουσία η οποία προορίζεται να κυριαρχήσει τον κόσμο στο όνομα και στην δύναμη Αυτού που νίκησε τον κόσμο και σ’ αυτή την βεβαίωση υπάρχει αλήθεια. Ο παπισμός όμως επιδίωξε την κοσμική κυριαρχία πάνω στις αρχές και τις εξουσίες του κόσμου, όχι με την ελεύθερη ενέργεια του πνευματικού ανθρώπου που νίκησε τον κόσμο, αλλά με την σαρκική και δουλική βία και εδώ έπεσε στο δεύτερο λάθος. Σαν απάντηση, ο θρίαμβος της λαϊκής εξουσίας σε όλο τον Χριστιανικό κόσμο απέδειξε πως η Εκκλησία δεν μπορεί να κυριαρχήσει στον κόσμο με την δύναμη.

Τέλος ο θεσμός του πάπα βεβαιώνει πως η πνευματική εξουσία της εκκλησίας προορίζεται να διευθύνει όλους τους ανθρώπους προς την οδό της σωτηρίας και ότι κάθε άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να υπακούσει και να υποδουλωθεί στην ανώτατη εξουσία της Εκκλησίας, και ακόμη και αυτή η βεβαίωση είναι αληθινή.

Ο παπισμός όμως θέλει να αρπάξει την ανθρώπινη συνείδηση στην υποδούλωση, θέλει να επιβάλει στην ψυχή την αυθεντία του με εξωτερικά μέσα, και εδώ πέφτει στο τρίτο του λάθος. Σαν απάντηση ορθώνεται ο προτεσταντισμός ο οποίος αποδεικνύει πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να σωθεί με την δύναμη.

Στην εκκλησία δεν μπορεί να υπάρξει η απροϋπόθετη ελευθερία στο λάθος, η απόλυτη ελευθερία του λάθους απέναντι στην δοθείσα και σωτηριώδη αλήθεια, όπως ακριβώς στο κράτος είναι αδύνατη η ελευθερία να διαπράξουμε το κακό, δηλαδή η απόλυτη ελευθερία του κακοποιού.

Ο Βυζαντινισμός υψώθηκε εναντίον της συγκεντρώσεως της εξουσίας της Ρώμης και θα είχε όλο του το δίκαιο εάν στη θέση αυτής της Ρωμαϊκής συγκεντρώσεως είχε κατορθώσει να δώσει στις Εκκλησίες μια ικανή και σταθερή ενότητα για την πραγματοποίηση του κοινού έργου. Δεν το κατόρθωσε όμως. (Ίσως και ο παπισμός να μην το επέτρεψε).

Ο προτεσταντισμός και ο Ορθολογισμός θα είχαν απόλυτα δίκιο εάν στη θέση της μοναδικής αλήθειας της αυθεντίας είχαν κατορθώσει να δώσουν στην ανθρωπότητα την μοναδική αλήθεια της νοήσεως. Δεν το κατόρθωσαν όμως. Αντιθέτως βλέπαμε ένα ατελείωτο πηγαινέλα συστημάτων και θεωριών τα οποία δεν αντιπροσωπεύουν καμμία αντικειμενική και Καθολική αλήθεια.

Τα ιστορικά κινήματα του Χριστιανισμού διαθέτουν έναν κοινό πυρήνα. Όλα διεκδίκησαν κάποιο δικαίωμα. Δικαίωμα της πνευματικής κεντρικής εξουσίας, δικαιώματα των τοπικών Εκκλησιών, δικαιώματα της πολιτικής εξουσίας, δικαιώματα της γνώμης και της προσωπικής άποψης. Όμως η Χριστιανική ζωή αρχίζει όταν όλες οι ελεύθερες ενέργειες της ανθρωπότητος, αφήνουν ειρηνικά στην άκρη όλα τους τα δικαιώματα και αναλαμβάνουν συνειδητά και θεληματικά όλες τους τις υποχρεώσεις. Και αναλαμβάνουν να πραγματοποιήσουν ΕΝ ΕΙΡΗΝΗ όλα όσα ο παπισμός προσπάθησε να επιβάλλει με την βία!

Εδώ τελειώνει η μεγάλη διαμάχη των Χριστιανών και αρχίζει η Χριστιανική πολιτική.


[Πώς εξηγείται το φαινόμενο Σολόβιεφ; Με τον Φίχτε! Ο Φίχτε είναι ο πρώτος στοχαστής ο οποίος επινόησε ένα σύστημα το οποίο πιστοποιεί το απόλυτο χωρίς να εξέρχεται από την οπτική γωνία του πεπερασμένου, ο οποίος σκέπτεται μια φιλοσοφία του πεπερασμένου πνεύματος σαν την μοναδική δυνατή συνείδηση του απόλυτου!

Ο Φίχτε ελευθέρωσε τον δυτικό άνθρωπο από το επέκεινα του σχολαστικισμού. Προσφέρονται στο ενθάδε όλα τα περιεχόμενα της μεταφυσικής.

Με τον Φίχτε ολοκληρώνεται η απελευθέρωση του ανθρώπου από τον πάπα, και ο Σολόβιεφ, μεγάλος του τραγικός μαθητής, επιστρέφει όλες τις κατακτήσεις του Γερμανικού πνεύματος στον πάπα ξανά για να τον χρίσει κοσμοκράτορα! Τα Σα Εκ των Σων. Η πλέον κωμικοτραγική ιστορία του πνεύματος εκτυλίσσεται μπρος στα μάτια μας.

Ευχόμαστε να την συνειδητοποιήσουμε κάποτε.]

Αμέθυστος

Παρουσιάστηκε σε τρείς αναρτήσεις με θέμα: Στις πηγές του Οικουμενισμού


2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ο Γρηγόριος Παλαμάς στην αντιμετώπιση του Βαρλαάμ του Καλαβρού και στην υπεράσπιση του ησυχασμού απέναντι στην κατηγορία περί "θεατρινισμών" των ανατολιτών μοναχών, δεν έδωσε απάντηση και στην θέση του Σολοβιέφ περί παθητικής παράδοσης στη θεότητα των Χριστιανών της Ανατολής; Δεν είπε δηλαδή ότι με αυτούς τους "θεατρινισμούς" ο ορθόδοξος της ανατολής δεν δέχεται παθητικά την θεότητα αλλά γίνεται μέτοχος της άκτιστης θείας χάριτος; Τα λόγια του Σολοβιέφ "Η ανθρωπότης η οποία εισέρχεται να λάβει μέρος στην Εκκλησία πρέπει κατά πρώτον να πιστέψει στην πανανθρώπινη αλήθεια που της απεκαλύφθη και δεύτερον να δράσει, για να θέσει σε πρακτική εφαρμογή στον ανθρώπινο κόσμο της αυτή την αλήθεια!" δεν είναι πλεόν θέμα λυμένο για την ορθοδοξία; Υπάρχει "ανατολική ακινησία" όπως ισχυρίζεται ο Σολοβιέφ;

amethystos είπε...

Αδελφέ ο Σολόβιεφ εννοεί τήν ιστορική εκκλησία, πού συνορεύει μέ τήν πολιτική. Ο Ησυχασμός είναι ο μόνος δρόμος πού οδηγεί στήν ένωση μέ τόν Κύριο, στήν ΒΑΣΙΛΕΙΑ. Οι Ρώσοι αρστοκράτες πιστεύουν σέ άλλον θεό, στόν Ιησού, όπως καί οι προτεστάντες.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...