Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Ελλάς όπως «Ναούρου»




Image result for ελλας όπως ναουρουΓράφει ο Τάσσος Συμεωνίδης
Ακαδημαϊκός Σύμβουλος 


Προσφάτως ἡ συμπατριώτης μᾶς Τάνια Καρρά δημοσίευσε ἕνα ἄρθρο στό γνωστό καί εὐρύτατης ἀποδοχῆς περιοδικό Foreign Affairs μέ τίτλο «Χαμένη στήν μετανάστευση: Πῶς ἡ Ἑλλάδα μεταβάλλεται σέ Ναούρου τῆς Εὐρώπης».

Τό Ναούρου εἶναι ἀνεξάρτητο «κράτος» ἐπιφανείας 21 τέτ. χιλιομέτρων στήν Μικρονησία, τό σύμπλεγμα χιλιάδων νησίδων πού εἶναι τμῆμα τῆς Ὠκεανίας στόν δυτικό Εἰρηνικό. Ἀρχῆς γενομένης τό 2001, τό Ναούρου μεταβλήθηκε σέ σημεῖο «ἀποθήκευσης» παρανόμων μεταναστῶν πού ἀποπειρῶνται νά φθάσουν στήν Αὐστραλία. Ἡ αὐστραλιανή κυβέρνηση, ἀνεξαρτήτως κόμματος στήν ἐξουσία, ἔχει υἱοθετήσει ἐξαιρετικά σκληρή γραμμή στό θέμα τῆς παράνομης μετανάστευσης: ἀπαγορεύει τήν ἀποδοχή καί μόνιμη ἐγκατάσταση στό ἔδαφος τῆς οἱουδήποτε προσπαθεῖ νά ἀποβιβαστεῖ στά παράλια της -- καί ἡ ἀπαγόρευση αὐτή ἰσχύει στό διηνεκές γιά τούς συλλαμβανομένους ἀνεξαρτήτως τοῦ διεθνοῦς δικαίου καί τῶν «ὑποχρεώσεών» της πού ἀπορρέουν ἀπ’ αὐτό.

Ὡς ἀνεμένετο, ἡ σκληρή στάση τῆς Αὐστραλίας ἔχει προκαλέσει τήν γνωστή θύελλα διαμαρτυριῶν ἀπό ἀνθρωπιστές, «μή κυβερνητικές ὀργανώσεις», εὐρωπαϊκές κυβερνήσεις κ.λπ. Τό Ναούρου εἶναι σήμερα συνώνυμο μέ τόν «ἀπάνθρωπο» τρόπο «διαχείρισης» τῆς παράνομης μετανάστευσης καί ἀντικείμενο δριμύτατης κριτικῆς ἀπό τούς θιασῶτες τῶν ἀνοιχτῶν συνόρων, τῶν φιλάνθρωπων ὑποκινητῶν τῆς παράνομης μετανάστευσης, καί τοῦ ἀμόρφου πλήθους τῶν «ἀλληλέγγυων». Ἀλλά τό ποσοστό ἐπιτυχίας τοῦ πειράματος εἶναι ἑκατό τοῖς ἑκατό.

Τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, ἡ σημερινή Ἑλλάδα ἀποτελεῖ ἀντίτυπο τοῦ Ναούρου παρά τήν θέλησή της. Συγκριτικά μέ τήν νησίδα τῆς Ὠκεανίας, ἡ Ἑλλάδα εἶναι βεβαίως ὑπερδύναμις. Ἀλλά λόγω τῶν ὀνομαζόμενων εὐρωπαϊκῶν συσχετισμῶν, ἡ Ἑλλάς βρίσκεται σέ παρόμοια, ἄν μή χειρότερη, θέση μέ τήν ἐξωτική νησίδα τῆς Ὠκεανίας. Εἰς τό περιβάλλον τῆς «ἑνωμένης» (ἀλλά διαλυόμενης) Εὐρώπης ἡ κοιτίς τῆς δημοκρατίας ἀποτελεῖ χώρα-παρία κατηγορίας μύγας, ὑπόδουλό των «μεγάλων» εὐρωπαϊκῶν δυνάμεων καί τῶν δανειστῶν της.

Ἐκτεθειμένη καί ἀνυπεράσπιστη στήν χρήση τοῦ τουρκικοῦ ὅπλου μαζικῆς καταστροφῆς πού λέγεται «παράνομη μετανάστευση»• ἱκέτις τῶν «δόσεων» καί δέσμια της γενοκτονικῆς λιτότητας πού ἔχει μεταβάλει ἕνα μεγάλο τμῆμα τοῦ πληθυσμοῦ της σέ ζητιάνους• ἀπαθής καί ἀνίκανη νά γίνει «Αὐστραλία» στήν φύλαξη τῶν συνόρων της• καί ἐγκλωβισμένη μέ τήν θέλησή της σέ «πανανθρώπινες» ἀξίες πού τελικῶς θά τήν διαλύσουν, ἡ Ἑλλάς-Ναούρου δέρνεται καί σέρνεται ἐλπίζοντας στό ἀνύπαρκτο θαῦμα πού θά ἐκπηδήσει ἐκ τῆς «εὐρωπαϊκῆς οἰκογένειας». 


Μέ τά μεγάλα νησιά της πού ἀντικρίζουν τήν νέο-Ἰσλαμική Τουρκία σέ κατάσταση ἔκτακτης ἀνάγκης λόγω τοῦ πλήθους τῶν «παράτυπων», πού πλέον δείχνουν ἐχθρικές καί ἐγκληματικές διαθέσεις, καί δεμένη χειροπόδαρα ἀπό τά δάνεια, ἡ Ἑλλάς καί ἡ κυβέρνηση τῆς ἔχουν βυθισθεῖ στίς παραισθήσεις• τήν ἴδια στιγμή οἱ εὐρωπαῖοι «ἑταῖροι» τούς ἑτοιμάζονται ν’ ἀρχίσουν τήν «ἐπαναπροώθηση» παράνομων στό Ναούρου τῶν Βαλκανίων μέ βάση τήν διαβόητη καί ὁλοκληρωτική συμφωνία τοῦ Δουβλίνου.

Μέ τά δικά τους κράτη σέ ἀναβρασμό ἐξ αἰτίας τοῦ μουσουλμανικοῦ ἀγρίου πλήθους, οἱ «ἑταῖροι» στρέφονται στήν εὔκολη λύση -- καί ὁ Ἕλλην καθ’ ὕλην ὑπουργός μετανάστευσης ἀνακαλύπτει ἀσμένως καί καταπληκτικῶς ὅτι τό σχέδιο «ἐπαναπροώθησης», τό ὁποῖο οὐσιαστικά ἀποτελεῖ θανάσιμο μαχαιριά στήν πλάτη τῆς χώρας, εἶναι λύση «καλή καί ἰσορροπημένη». Ἡ διαπίστωση τοῦ εἶναι τό ὀλιγοτερο ἀντιπροσωπευτικό δεῖγμα τῆς χαώδους «πολιτικῆς» πού υἱοθετεῖ ἡ κυβέρνησις τῆς παρούσης ἐπί θεμάτων ἐθνικῆς ἐπιβίωσης.

Στόν ἴδιο ρυθμό ἐξεύρεσης δικαιολογιῶν γιά τήν ἀπαράδεκτη στάση τῆς «ἑνωμένης» Εὐρώπης πρός τήν Ἑλλάδα-Ναούρου, ὁ κύριος Ἕλλην ἐπίτροπος μετανάστευσης τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἐπιτροπῆς διαπίστωσε κι αὐτός μυστηριωδῶς ὅτι, μέχρι τόν Σεπτέμβριο 2017, θά ἔχει ἐπιτευχθεῖ ἡ μετεγκατάσταση 160.000 «παράτυπων» ἀπό Ἑλλάδα καί Ἰταλία σέ ἄλλες χῶρες τῆς Εὐρώπης. Ὁ ἰσχυρισμός τοῦ κυρίου ἐπιτρόπου βεβαίως προσκρούει στήν μέχρι σήμερα ἐμπειρία τῆς γενικευμένης καί ἠθελημένης νωθρότητος τῶν «εὐρωπαϊκῶν θεσμῶν» καί τῶν κυβερνήσεων τῶν ὑπολοίπων μελῶν τῆς «ἕνωσης» σχετικῶς μέ τήν κρίση τῶν «παράτυπων».

Καμιά τέτοια μετεγκατάσταση δέν θά ἐπιτευχθεῖ, κάτι πού διογκώνει αὐτομάτως τούς κινδύνους ἀπό τήν διόλου «ξαφνική» ἄφιξη αὐξημένου καί πάλι ἀριθμοῦ «παράτυπων» στά ἤδη δοκιμαζόμενα νησιά μας--μέ τήν Τουρκία νά ἐγκαταλείπει τήν φύλαξη τῶν «κλειστῶν καταυλισμῶν» στά παράλια της σέ ἐφαρμογή τοῦ σχεδίου ἐκβιασμοῦ τῆς Εὐρώπης πού ἤδη ἔχει ἀνακοινώσει ὁ Ἐρντογᾶν.

Ἡ δραστική αὐτή χειροτέρευση τῶν τελευταίων ἡμερῶν ἐπιτείνεται περαιτέρω ἀπό τήν καθαρά προεκλογική ἀπόφαση τῆς κυβέρνησης νά ἐξαγγείλει παροχές πρός τίς δοκιμαζόμενες κατώτερες τάξεις τήν στιγμή πού οἱ «ἑταῖροι», καί ἰδίως ὁ λυμεών κύριος Σόϊμπλε μέ τίς αἰωνίως μοχθηρές καί ἀπαράδεκτες ἀπειλές του, ἀπαιτοῦν νέες θυσίες αἵματος γιά νά προφυλαχτεῖ ἡ λοιμώδης «προσαρμογή» στά μνημόνια.


Θά ἦταν φυσικά ὑπέρ τό δέον αἰσιόδοξη μία ἀπαίτησή μας γιά σοφότερη ἀντιμετώπιση τοῦ σημερινοῦ ἀδιεξόδου ἐν ὄψει τῆς ποιότητος τῶν «ἐλίτ» μας. Καί θά ἦταν ἐξ ἴσου ἄδικη μία ἐπιλεκτική καταδίκη των σημερινῶν «ἡγετῶν» γιά τήν καθαρά κόμματο-κεντρική «ταβλαδόρικη» τακτική τους τῆς μετατροπῆς ἀπειλῶν καταστροφῆς σέ κοινοβουλευτικές κορῶνες ὅταν ὅλες ἀνεξαιρέτως οἱ πολιτικές μᾶς δυνάμεις ἐκμεταλλεύονται τά ἴδια «ἀδιέξοδα», καί παίζουν τά ἴδια παίγνια τῶν βουλευτικῶν ἑδράνων, χωρίς τήν παραμικρή αἰδῶ ἤ διάθεση εἰλικρινοῦς προσπάθειας νά ἀντιμετωπισθοῦν ἔκτακτες καί ἐξαιρετικά ἐπικίνδυνες καταστάσεις.

Καμιά ἀντίδραση, π.χ., δέν ὑπῆρξε στήν μέ τό γάντι εἰρωνική δήλωση τῆς κυρίας Μπράινταχαρντ, ἐκπροσώπου τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἐπιτροπῆς, πού μᾶς διαβεβαίωσε ὅτι ἡ ἐπιτροπή δουλεύει ἀενάως γιά «νά ἐλαφρύνει» τά βάρη μας (ὅπως τό διαπιστώνουμε ἐξ ἄλλου καθημερινά) ἀλλά ὑπάρχουν δυστυχῶς καί «οἱ δεσμεύσεις» τῶν μνημονίων πού φυσικά προηγοῦνται τῆς σωτηρίας τῆς χώρας, τῆς διασφάλισης ἐλάχιστου εἰσοδήματος ἐπιβίωσης γιά τούς πολλούς, καί τῆς προστασίας τῶν νησιῶν της.

Οὔτε ἡ «ἀριστερά», οὔτε ἡ «δεξιά» ἔβγαλαν κίχ, κατά τό λαϊκῶς λεγόμενον, ἐπί τῶν διαβεβαιώσεων τῆς εὐειδοῦς κυρίας.

Ποῦ βαδίζει λοιπόν ἡ Ἑλλάς-Ναούρου;

Δυστυχῶς, ἡ ἀπάντηση γίνεται ὅλο καί εὐκολότερη: μέ τέτοια γενικευμένη πολιτική «σύμπνοια»• μέ παρόμοια παλλαϊκή συστράτευση πού κοχλάζει ὡς προοίμιο ἐθνικῆς ἐπανάστασης• μέ συμπαγῆ ἀποφασιστικότητα στήν μάχη τῶν πρόσω των μνημονίων• μέ τήν ἐκ τοῦ πονηροῦ ἀδιαφορία μέ τήν ὁποία ἀντιμετωπίζονται οἱ ποινικῶς ὑπεύθυνοί της κατάρρευσης, οἱ ὁποῖοι ἀνενόχλητοι περιφέρονται ἐντός καί ἐκτός προσφέροντας ξεδιάντροπα τήν «σοφία» τους σέ ἡμεδαπούς καί ἀλλοδαπούς• καί μέ τήν παροῦσα σιδηρᾶ θέληση ἀπέναντι στήν παράνομη μετανάστευση, ἡ Ἑλλάς-Νουάρου κερδίζει θέση λαμπρή στόν προθάλαμο τῶν ἀποτυχημένων χωρῶν.

Ἡ ἀκριβής πάντως ὥρα ἀφίξεως τοῦ ἑλληνικοῦ αὐτοῦ τραίνου τῆς μοίρας εἰς τό Κενόν θά ἀνακοινωθεῖ σέ ἑπόμενη ἐνημέρωση τύπου, πάντοτε φυσικά μέ τήν συνδρομή τῶν εὐρωπαϊκῶν «θεσμῶν», τῆς κυρίας Μπράινταχαρντ, καί τήν σύμφωνο γνώμη Γερμανίας καί λοιπῶν.


Πηγή RIEAS

kostasxan

Μαξίμου Ομολογητού: Ποια είναι η συκιά του Ευαγγελίου που ξεράθηκε φαινομενικά παράλογα;

ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ 

Ποια είναι η συκιά του Ευαγγελίου που ξεράθηκε φαινομενικά παράλογα; Και ποια είναι η ακρότατη πείνα που ζητού­σε καρπό πριν από την ώρα; Και τι σημαίνει η κατάρα για ένα αναίσθητο πράγμα.

(Μάρκ. 11,12-14.,Ματθ. 21,18)

ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΩΝ

ΠΡΟΣ ΘΑΛΑΣΣΙΟΝ, ΠΕΡΙ ΑΠΟΡΩΝ-(ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ Α' - ΝΓ')
ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ

ΑΠΟΚΡΙΣΗ

     Ο Θεός Λόγος που οικονομεί τα πάντα για χάρη της σωτηρίας των ανθρώπων, αφού παιδαγώγησε πρώτα τη φύση μας με το νόμο που περιέχει σωματικότερη λατρεία -γιατί δεν μπορούσε να δεχτεί την αλήθεια γυμνή από τυπικά προκαλύμματα εξαιτίας της άγνοιας και της αλλοτρίωσης που της προ­κλήθηκε προς τα αρχέτυπα θεία πράγματα- ύστερα, ερχόμενος στον κόσμο αφού έγινε φανερά από τον εαυτό του άνθρωπος παίρνοντας σάρκα που είχε νοερή, και λογική ψυχή, κι αφού ως Λόγος μετέφερε τη φύση μας στην άυλη, γνωστική, πνευματική λατρεία, δεν ήθελε, αφού πια φάνηκε στη ζωή η αλήθειανα εξουσιάζει η σκιά, που τύπος της ήταν η συκιά.

Γι' αυτό λέει· επιστρέφοντας από τη Βηθανία στα Ιεροσόλυμα,[Ματθ. 21,18· Μάρκ. 11,11ε.] δηλαδή μετά την τυπική και σκιώδη και που ήταν κρυμμένη μέσα στο νόμο παρουσία του,ερχόμενος ξανά στους ανθρώπους με τη σάρκα -γιατί έτσι πρέπει να εκληφθεί το επιστρέφοντας-είδε στο δρόμο μια συκιά που είχε μόνο φύλλα,[Ματθ. 21,18· Μάρκ 11,13] που υπήρχε στη σκιά και στους τύπους, δηλαδή τη σωματική λατρεία του νόμου κατά την άστατη και παροδική -επειδή ήταν δίπλα στο δρόμο- παράδοσητη λατρεία των τύπων μόνο και των θεσμών που περνούν.

 Όταν ο Λόγος την είδε σαν συκιά ωραία και με­γαλοπρεπή και στολισμένη, ωσάν με φύλλα, με τα εξωτερικά περιβλήματα των σωματικών παραγγελμάτων του νόμου και μη βρίσκοντας καρπό, δηλαδή δικαιοσύνη, την καταράστηκε επει­δή δεν έδινε τροφή στο Λόγοη καλύτερα πρόσταξε να μη κα­λύπτει πια δυναστεύοντας την αλήθεια με τους νομικούς τύ­πους, πράγμα που αποδείχτηκε στη συνέχεια με τα έργα, αφού καταξεράθηκε εντελώς η νομική ωραιότητα που είχε την ύπαρ­ξή της στα σχήματα μόνο και έσβησε η έπαρση των Ιουδαίων γι' αυτή.

Γιατί δεν ήταν εύλογο αλλά ούτε κι επίκαιρο, αφού πια είχε φανεί λαμπρή η αλήθεια των καρπών της δικαιοσύνης να παρασύρεται και να ξεγελιέται από τα φύλλα η όρεξη όσων παράτρεχαν σαν δρόμο την παρούσα ζωή και να αφήνουν τους πλούσιους φαγώσιμους καρπούς του Λόγου. Γι' αυτό λέει δεν ήταν ο καιρός των σύκων·[Μάρκ. 11,13ο χρόνος δηλαδή κατά τον οποίο κυριαρχούσε στην ανθρώπινη φύση ο νόμος, δεν ήταν καιρός καρπών της δικαιοσύνης, αλλά εικόνιζε τους καρπούς της δι­καιοσύνης και μυούσε κατά κάποιο τρόπο τη μέλλουσα θεία κι απόρρητη και σωτήρια όλων χάρη, στην οποία δεν είχε φτάσει από την απιστία του ο παλαιός λαός και γι' αυτό χάθηκε.

     Γιατί ο Ισραήλ, λέει ο θείος απόστολος, με το να επιδιώκει το νόμο της δικαιοσύνης, δηλαδή το νόμο της σκιάς και των τύπων, δεν έφτασε στο νόμο της δικαιοσύνης,[Ρωμ. 9,31]δηλαδή το νόμο που ολοκληρώνεται με το Πνεύμα του Χριστού.

Ή πάλι˙ επειδή το πλήθος των ιερέων και γραμματέων και νομικών και Φαρισαίων, άρρωστοι από την κενή δόξα με την επίδειξη της πλαστής ευλάβειας των ηθών, φαινόμενοι ότι ασκούσαν δικαιοσύνη, έτρεφαν την έπαρση της οίησηςο Λό­γος λέει ότι η οίηση αυτών που αναφέρθηκαν είναι συκιά άκαρ­πη πλούσια μόνο σε φύλλα, την οποία, αυτός που επιθυμεί τη σωτηρία όλων των ανθρώπων και πεινά τη θέωσή τους, την κα­ταριέται ως άκαρπη και την ξεραίνει, ώστε, προκρίνοντας από το να φαίνονται το να είναι δίκαιοι, αφού ξεντυθούν το χιτώνα της ηθικής υπόκρισης και φορέσουν το γνήσιο χιτώνα της αρετής, όπως θέλει ο θείος Λόγος, να περάσουν μ' ευσέβεια τη ζωή τους παρουσιάζοντας στο Θεό της ψυχής μάλλον τη διάθε­ση, παρά την πλαστότητα των ηθών στους ανθρώπους.

Αν τώρα και μερικοί από τους Χριστιανούς είμαστε τέ­τοιοι, πλάθοντας την ευλάβειά μας με τους τρόπους χωρίς έργα δικαιοσύνης, αν δεχτούμε το Λόγο ως φιλάνθρωπο που πεινά τη σωτηρία μας, αποξηραίνει το σπέρμα της κακίας μέσα στην ψυχή, την οίηση, για να μη μας δίνει πια την ανθρωπαρέσκεια, καρπό της φθοράς.

Έχετε, σύμφωνα με τις δικές μου πενιχρές δυνάμεις, το νόημα του λόγου, που κατά την αφήγηση που έκανα έδειξε τον Κύριο να πεινά ορθά και χρήσιμα να καταριέται τη συκιά και να την ξεραίνει σε κατάλληλη ώρα, γιατί ήταν εμπόδιο στην αλήθεια, και που ήταν είτε η σύμφωνη με το νόμο παλαιά παρά­δοση των σωματικών τύπων είτε και η επαρμένη συμπεριφορά των Φαρισαίων και η δική μας.
egolpion

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ – Ignace de la Potterie (29)

Συνέχεια από Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016     
             
         IGNACE  DE LA POTTERIE, S. J.
           Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ
                            ΤΟΜΟΣ  1ος
   Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ. ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ
                         ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
                ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ
4ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ :  ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΗΝ 1Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ
Ι. Το Πνεύμα της αληθείας και το Πνεύμα της πλάνης

Β. Το πνεύμα της αληθείας στην 1η Επιστολή 4,6
2. Η λειτουργία του Πνεύματος της αληθείας
γ) 1η Επιστολή 4,13
  
  
  Όλοι σχεδόν οι σχολιαστές παρατηρούν δικαίως ότι ο στ, 3,24 αντιστοιχεί απολύτως στον στ. 4,13: εδώ θα συναντήσουμε και μια νέα ερμηνεία του ρόλου του Πνεύματος της αληθείας. Ο στ. 4,13 έχει το πλεονέκτημα ότι μας εισάγει στον τρίτο κύκλο της Επιστολής (4,7 – 5,12), ενώ ο στ. 3,24 ανήκει τον δεύτερο κύκλο (4,7 – 5,12)· στην ομόκεντρη και προοδευτική ανάπτυξη της 1η Επιστολής, ο στίχος αυτός επανέρχεται στο νόημα του 3,24 με περισσότερη σαφήνεια. Το κείμενο λέει: «ἐν τούτῳ γινώσκομεν ὅτι ἐν αὐτῷ μένομεν καὶ αὐτὸς ἐν ἡμῖν, ὅτι ἐκ τοῦ Πνεύματος αὐτοῦ δέδωκεν ἡμῖν».
      1. Εδώ τίθεται εκ νέου το ερώτημα: το ἐν τούτῳ αναφέρεται σε αυτό που ήδη λέχθηκε («ἐὰν ἀγαπῶμεν ἀλλήλους»), ή σε αυτό που λέγεται στη συνέχεια («ἐκ τοῦ Πνεύματος αὐτοῦ δέδωκεν ἡμῖν»); Θα συμφωνήσουμε με την πλειονότητα των σχολιαστών ότι σ’ αυτή την περίπτωση το ἐν τούτῳ αναφέρεται στο ἐκ τοῦ Πνεύματος αὐτοῦ δέδωκεν ἡμῖν, για τον απλό λόγο ότι ο Ιωάννης χρησιμοποιεί το ἐν τούτῳ και στο άλλο απόσπασμα 3,16, στο οποίο αυτή η διατύπωση συνοδευόμενη από το ρήμα γινώσκω ακολουθείται επίσης, όπως και εδώ, από ένα επεξηγηματικό ὅτι· και επίσης επειδή χρησιμοποιεί κατά τον ίδιο τρόπο την διατύπωση ἐν τούτῳ ὅτι σε δύο παρόμοιες περιπτώσεις χωρίς το ρήμα γινώσκω. Πιστεύουμε ότι αυτή η ερμηνεία καλύπτει και τον στ.4,13. Επομένως τον αποδίδουμε ως εξής: «Εξ αυτού αναγνωρίζουμε ότι μένουμε εις Αυτόν και Αυτός εις ημάς: Διότι μας παρέδωκεν εκ του Πνεύματός του».
    2. Σε τί συνίσταται αυτή η δωρεά του Πνεύματος που για τον Ιωάννη αποτελεί κριτήριο της κοινωνίας μας με τον Θεό; Όπως είπαμε οι απαντήσεις διίστανται. Πιστεύουμε ότι θα μπορέσουμε να συλλάβουμε το πνεύμα του συγγραφέα μελετώντας την φιλολογική σύνθεση του αποσπάσματος.
     α) Ο στίχος μας ανήκει σε ένα αυστηρά καθορισμένο σύνολο από την παρέμβαση 4,7 -16, που περιλαμβάνει δύο παράλληλα αποσπάσματα: 4,7-10 και 4,11 -16 (όπου ανήκει ο στ. 13 που μελετάμε). Και τα δύο αρχίσουν παρομοίως με μια παρότρυνση στο έλεος, που συνοδεύεται από ένα κίνητρο που την στηρίζει.
                    στ.7                                                            στ. 11
    «Ἀγαπητοί,                                        «Ἀγαπητοί,
                                                                εἰ οὕτως ὁ Θεὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς,
  ἀγαπῶμεν                                           καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν ἀγαπᾶν
  ἀλλήλους                                            ἀλλήλους».
  ὅτι ἡ ἀγάπη ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι».
     Τα δύο αποσπάσματα στα οποία αυτοί οι στίχοι χρησιμεύουν για εισαγωγή, αναπτύσσουν με αντίστοιχο τρόπο το κίνητρο που μας δίδεται για την άσκηση του ελέους (το κίνητρο είναι το ίδιο και στις δύο περιπτώσεις), αλλά κατά τρόπο συμπληρωματικό: πρώτα από την σκοπιά του Θεού (« η αγάπη είναι εκ Θεού»), και στην συνέχεια από την δική μας σκοπιά («οὕτως ὁ Θεὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς»). Στο πρώτο απόσπασμα (4,7-10) η παρότρυνση στο έλεος βασίζεται στην αποκάλυψη της αγάπης του Θεού: η αγάπη είναι εκ Θεού (στ.7)· ο Θεός είναι αγάπη, που σημαίνει ότι όλη η ενέργειά του προς ημάς είναι αγαπητική (στ.8)· ο Θεός αποκαλύπτεται ως Θεός της αγάπης αποστέλλοντας τον Υιό του (στ. 9-10). Αυτή είναι επομένως η αντικειμενική θεώρηση μιας ιστορικής πραγματικότητας: η εκδήλωση της αγάπης του Θεού για τους ανθρώπους (ἐ φ α ν ε ρ ώ θ η  ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, στ. 9).
     Το δεύτερο απόσπασμα (4,11 -16) αρχίζει με μια παρόμοια παρότρυνση με αυτήν του στ.7, και διατυπώνει το κίνητρο του αδελφικού ελέους με τις λέξεις του συμπεράσματος της προηγούμενης διατύπωσης που αποτελούν λέξεις-κλειδιά (στ.10: αὐτὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς· στ.11 εἰ οὕτως ὁ Θεὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς). Το κίνητρο αυτό επαναλαμβάνεται και ερμηνεύεται στους επόμενους στίχους, αλλά αυτή τη φορά από τη σκοπιά των ανθρώπων (=υποκειμενική άποψη) και την διά της πίστεως γνώση της αποκαλυφθείσας αγάπης του Θεού. Λαμβάνοντας υπόψη την διαφορά αυτή, ο παραλληλισμός των δύο αποσπασμάτων είναι αξιοσημείωτος:
     Αντικειμενική άποψη                                 Υποκειμενική άποψη
στ. 9  ἐ ν  τ ο ύ τ ῳ                                  στ. 14 Κ α ὶ  ἡ μ ε ῖ ς
          ἐ φ α ν ε ρ ώ θ η                                       τ ε θ ε ά μ ε θ α  κ α ὶ
         (ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐν ἡμῖν)                    μ α ρ τ υ ρ ο ῦ μ ε ν
          ὅτι τὸν υἱὸν αὐτοῦ                                    ὅτι ὁ πατὴρ
          ἀπέσταλκεν ὁ  Θ ε ὸ ς                               ἀπέσταλκε τὸν υἱὸν
          εἰς τὸν κόσμον                                           σ ω τ ῆ ρ α  τοῦ κόσμου
          ἵνα  ζ ή σ ω μ ε ν δ ι' α ὐ τ ο ῦ
στ. 10  ἐ ν  τ ο ύ τ  ῳ  ἐ σ τ ὶ ν                στ. 16 καὶ  ἡ μ ε ῖ ς 
                                                                           ἐ γ ν ώ κ α μ ε ν  κ α ὶ 
                                                                           π ε π ι σ τ ε ύ κ α μ ε ν
             ἡ ἀγάπη                                               τὴν ἀγάπην
 ὅτι α ὐ τ ὸ ς  ἠ γ ά π η σ ε ν  ημᾶς             ἣ ν  ἔ χ ε ι  ὁ  Θ ε ὸ ς  ἐν ἡμῖν
       Εδώ συναντάμε αντιστοιχίες σκέψεων και ορολογίας, τόσο ανάμεσα στους δύο στίχους, όσο και από την μια στήλη στην άλλη. Οι διπλή σειρά παραλληλισμών ανάμεσα στα αποσπάσματα 9-10 και 14-16 αναδύεται ικανοποιητικά στον παρόντα πίνακα. Αλλά ας δούμε και τις αντιστοιχίες που υπάρχουν ανάμεσα στους δύο διαδοχικούς στίχους στο εσωτερικό της κάθε στήλης, πρώτα ανάμεσα στους στ. 9 και 10:
στ. 9 ἐν τούτῳ                                          στ. 10 ἐν τούτω
         ἐ φ α ν ε ρ ώ θ η                                       ἐ σ τ ὶ ν               
        ἡ ἀγάπη                                                     ἡ ἀγάπη … ὅτι
         τ ο ῦ Θ ε ο ῦ  ἐν ἡμῖν                               α ὐ τ ὸ ς  ἠγάπησεν  ημᾶς 
καθώς και ανάμεσα στου στ. 14 και 16:
στ. 14  Καὶ ἡμεῖς                                      στ. 16 Καὶ ἡμεῖς                                     
           τ ε θ ε ά μ ε θ α  κ α ὶ                              ἐ γ ν ώ κ α μ ε ν  κ α ὶ 
             μ α ρ τ υ ρ ο ῦ μ ε ν                               π ε π ι σ τ ε ύ κ α μ ε ν
     Ας σημειώσουμε τέλος ένα είδος παρέμβασης ανάμεσα στον στ. 9 και 16 (ο στ. 9 αναφέρεται στην αποκάλυψη της αγάπης· ο στ. 16 στην γνώση μας αυτής της αποκάλυψης):
Στ. 9  ἐ φ α ν ε ρ ώ θ η                         στ. 16 Κ α ὶ ἡ μ ε ῖ ς ἐ γ ν ώ κ α μ ε ν…                                           
          ἡ ἀγάπη                                                   την αγάπην             
         τοῦ Θεοῦ ἐν ἡμῖν                                     ἣν ἔχει ὁ Θεὸς ἐν ἡμῖν  
     Είναι επομένως εμφανές ποιο είναι το θέμα που πραγματεύονται οι στ. 14-16, καθώς και η σχέση τους με τους στ. 9-10. Η ιδέα που αναπτύσσεται είναι η ακόλουθη: οφείλουμε να αγαπήσουμε, διότι δια της πίστεως γνωρίσουμε την αγάπη του Θεού που μας αποκαλύφθηκε. Και η αποκάλυψη περιλαμβάνεται στους στ. 9-10: εκεί ο Ιωάννης αιτιολογούσε το έλεος λέγοντας ότι ο Θεός αποκαλύπτεται ως αγάπη· και εδώ συνεχίζει λέγοντας: πρέπει να αγαπήσουμε διότι γνωρίσαμε (δια της πίστεως) αυτή την αποκάλυψη της θείας αγάπης. Το έλεος  έχει τις ρίζες του στην πίστη: Η ενόραση δια της πίστεως της αγάπης του Θεού αναδύει αυθόρμητα την αδελφική μας αγάπη.
     β) Ποια θέση καταλαμβάνει σ’ αυτή την ανάλυση ο στ. 13 στον οποίο γίνεται αναφορά στην δωρεά του Πνεύματος; Οι ενδείξεις μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι σχετίζεται με τους στ. 14-16 που ακολουθούν και όχι με τον στίχο που προηγείται. Ας σημειώσουμε κατ’ αρχήν ότι οι λέξεις-κλειδιά στο στ. 12 ἀγαπῶμεν ἀλλήλους αποτελούν επανάληψη και κατακλείδα του προηγούμενου θέματος, του ελέους, που αναφέρεται στον στ. 11 (ἀλλήλους ἀγαπᾶν). Τα υπόλοιπα στοιχεία όμως του στ. 12 αποτελούν αντιθέτως νέες λέξεις-κλειδιά που προσανατολίζονται προς του επόμενους στίχους: η παρατήρηση Θεὸν οὐδεὶς …τεθέαται της αρχής προετοιμάζει την απάντηση του στ. 14: καὶ ἡμεῖς τεθεάμεθα· η φράση ὁ Θεὸς ἐν ἡμῖν μένει του στ. 12 αναγγέλει την φράση ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ μένει των στ. 15 και 16 με τους οποίους συναρτάται· και τέλος το 4ο τμήμα του στίχου 12 ἡ ἀγάπη αὐτοῦ τετελειωμένη ἐστὶν ἐν ἡμῖν αποτελεί απαρχή ενός δευτερεύοντος θέματος που επαναλαμβάνεται και αναπτύσσεται στη συνέχεια στους στ. 17-18: Ἐν τούτῳ τετελείωται ἡ ἀγάπη… Παρατηρούμε ότι μετά από τον στ.12,το προηγούμενο θέμα του αδελφικού ελέους στιγμιαία εξαφανίζεται από το οπτικό πεδίο· εμφανίζονται νέες ιδέες που θα ερμηνεύσουν το θεμέλιο του ελέους μας· μόνο μετά από αυτές τις παραθέσεις ο Ιωάννης θα μπορέσει να επανέλθει τελικά, στον στ. 16γ στο θέμα της αγάπης των χριστιανών. Επομένως, δεδομένου ότι οι στ. 12γ-16 αποτελούν ένα σύνολο, του οποίου ο στ. 13 αποτελεί μέρος, δεν μπορούμε πλέον να τον προσαρτήσουμε στον στ. 12β που προηγείται· προσανατολίζεται προς αυτά που έπονται και αναγγέλλει το περιεχόμενο των τριών επόμενων στίχων· με άλλα λόγια η δωρεά του Πνεύματος αναφέρεται εδώ για να ερμηνεύσει το περιεχόμενο των ρημάτων τεθεάμεθα, μαρτυρούμεν, ομολογήση, εγνώκαμεν και πεπειστεύκαμεν στους στ. 14-16.
     Το Πνεύμα ενεργεί κατ’ αρχήν επ’ αυτών που υπήρξαν οι μάρτυρες της αποκάλυψης (δηλαδή οι μαθητές): «τεθεάμεθα καὶ μαρτυροῦμεν». Σε άλλα σημεία των κειμένων του Ιωάννου το Πνεύμα της αληθείας μαρτυρεί περί του Ιησού, και επίσης εμπνέει την μαρτυρία των μαθητών (Ιωάν. 15,26). Θα  πρέπει και στο απόσπασμα που μελετάμε να υπάρχει μια σχέση αιτίας και αποτελέσματος ανάμεσα στην δωρεά του Πνεύματος και την επίδρασή του στους μαθητές, δηλαδή αυτή την θεωρία που καταλήγει στην μαρτυρία: αυτό που είδαν τους άφησε μιαν εντύπωση ανεξίτηλη, κατέστη εσωτερική κατάκτηση· για τον λόγο αυτό οδηγούνται τώρα στην μαρτυρία. Αυτή η θεωρία δια της πίστεως και αυτή η μαρτυρία οφείλονται στην ενέργεια του Πνεύματος.
     Σε απάντηση στην μαρτυρία των μαθητών ακολουθεί η ομολογία πίστεως των πιστών την οποία επίσης προκαλεί το Πνεύμα: « ὃς ἂν ὁμολογήσῃ ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ μένει καὶ αὐτὸς ἐν τῷ Θεῷ» στ. 15. Ήδη από τον στ. 4,2 η ομολογία πίστεως στον Ιησού Χριστό είχε σαφώς αποδοθεί στη ενέργεια του Πνεύματος. Το ίδιο αναδεικνύει και εδώ ο παραλληλισμός των στ. 13 και 15:
«ἐν τούτῳ γινώσκομεν ὅτι                      «ὃς ἂν ὁμολογήσῃ ὅτι Ἰησοῦς   
                                                                       ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ
ἐν αὐτῷ μένομεν καὶ αὐτὸς ἐν                 ο Θεὸς ἐν αὐτῷ μένει καὶ
                                                ἡμῖν:              αὐτὸς ἐν τῷ Θεῷ»
ὅτι ἐκ τοῦ Πνεύματος αὐτοῦ
                               δέδωκεν ἡμῖν»
     Κριτήριο της θείας εγκατοίκησης είναι αφ’ ενός η δωρεά του Πνεύματος και αφ’ ετέρου η ομολογία πίστεως. Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι για τον Ιωάννη η ομολογία πίστεως οφείλεται στην ενέργεια του Πνεύματος: το Πνεύμα είναι αυτό που ωθεί τους πιστούς να ομολογήσουν την πίστη τους στον Ιησού, τον Υιό του Θεού.
     Καταλήγουμε τώρα στον στ. 16α, σύνθεση και κατακλείδα των δύο προηγουμένων: «καὶ ἡμεῖς ἐγνώκαμεν καὶ πεπιστεύκαμεν τὴν ἀγάπην ἣν ἔχει ὁ Θεὸς ἐν ἡμῖν». Οι πρώτες λέξεις «και ημείς» δεν αναφέρονται πλέον τους πρώτους μάρτυρες, όπως στον στ. 14, αλλά το σύνολο των πιστών. Και επειδή αυτή η μικρή φράση χρησιμεύει σαν συμπέρασμα των στ. 14-15, σε ότι αφορά την αποστολική μαρτυρία και την ομολογία πίστεως, μπορούμε να την συνδέσουμε και αυτή με τον στ. 13, ο οποίος μας εισάγει σε αυτό το απόσπασμα· η γνώση της πίστεως της χριστιανικής κοινότητας αναγνωρίζεται εδώ ως δωρεά του Πνεύματος. Αυτή η γνώση της πίστεως, που είναι κοινή σε όλους του πιστούς, εκφράζεται μέσα στην Εκκλησία με διαφορετικούς τρόπους: δια της μαρτυρίας, στους μαθητές του Ιησού, δια της ομολογίας πίστεως στους υπόλοιπους πιστούς· αλλά για όλους αποτελεί δωρεά του Πνεύματος. Κατανοούμε επομένως με ποια έννοια αυτή η δωρεά του Πνεύματος θεωρήθηκε στον στ. 13 ως κριτήριο της θείας εγκατοίκησης: το πραγματικό κριτήριο αυτής της εγκατοίκησης, που ο Ιωάννης το επικαλείται επανειλημμένα απέναντι στους αντίχριστους (4,2-6/ 4,14-15), είναι η ομολογία πίστεως στο περιεχόμενο της αποστολικής μαρτυρίας· αλλά αυτό που εμπνέει αυτή την μαρτυρία και αυτή την ομολογία είναι πάντοτε το Άγιο Πνεύμα· δεν αποτελεί αυτό το ίδιο ένα κριτήριο αλλά παρέχει στους πιστούς ένα κριτήριο επενεργώντας έξωθεν στους κόλπους της Εκκλησίας.
      γ) Μπορούμε τώρα να καταλήξουμε σε ένα πρώτο συμπέρασμα σε ό,τι αφορά την ερμηνεία του στ. 13. Το Πνεύμα που κατέχουν οι πιστοί παρουσιάζεται σαν μια πραγματικότητα-σημείο, ένα κριτήριο που μας γνωρίζει μια πραγματικότητα σημαίνουσα, εσωτερική και αόρατη: την θεία εγκατοίκηση μέσα μας. Το Πνεύμα όμως δεν αναγνωρίζεται καθαυτό, αλλά δια μέσου των εξωτερικών επιδράσεων που προκαλεί στην κοινότητα των πιστών, δηλαδή την μαρτυρία πίστεως στους μαθητές και την ομολογία πίστεως σε όλους του χριστιανούς· και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για ορατές και εκκλησιολογικές εκδηλώσεις της ίδιας γνώσης της πίστεως, που γεννά σε όλους το Πνεύμα.
     3. Υπάρχει όμως και μια άλλη όψη του προβλήματος. Αυτοί οι στίχοι που πραγματεύονται την ζωή της πίστεως (13-16α), πλαισιώνονται από δύο στίχους περί του ελέους: η ἀγάπη, είναι και αυτή κριτήριο της θείας εγκατοίκησης (στ.12β και 16β)· και οι τρείς στίχοι περί της πίστεως εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, που είναι ολόκληρο αφιερωμένο στο έλεος (4,7-21). Πώς δικαιολογείται η ξαφνική παρουσία της έννοιας της πίστεως σε ένα παρόμοιο πλαίσιο; Η δυσχέρεια για τους σχολιαστές είναι δικαιολογημένη. Και δεν μπορούμε να αρκεσθούμε, όπως μερικοί απ’ αυτούς, στο ότι πρόκειται για μια απλή παρέκβαση από το βασικό θέμα που είναι η αγάπη.
     Διότι όπως αποδείξαμε προηγουμένως το κείμενο έχει οργανική δομή και συμπαγή ενότητα· σχηματίζει μια φιλολογική ενότητα που αναπτύσσεται σε δύο παράλληλα πεδία: το ένα είναι αφιερωμένο στην εκδήλωση της αγάπης του Πατρός (4,7-10, και οι μεταβατικοί στ. 11-12α), και το άλλο στην πίστη και τις συνέπειές της (4,12β-16α). Ο Ιωάννης αναζητεί εδώ το θεμέλιο της εκδήλωσης της αγάπης: στο πρώτο μέρος υποδεικνύει το αντικειμενικό κίνητρο του ελέους μας:  είναι η αποκάλυψη της αγάπης του Θεού· στο δεύτερο αναδεικνύει αυτό που εμπνέει υποκειμενικά το έλεός μας: είναι η γνώση αυτής της αποκάλυψης, χάρη στην πίστη, που είναι δωρεά του Πνεύματος. Αποδεικνύεται ότι οι στ. 12β-16α κάθε άλλο παρά αποτελούν παρέκβαση· αντίθετα αποτελούν μια σε βάθος ερμηνεία αυτού του ελέους στο οποίο αναφέρεται το υπόλοιπο απόσπασμα (4,7-21): από ιστορική και αντικειμενική άποψη, το έλεός μας θεμελιώνεται στην αγάπη του Θεού που μας αποκαλύφθηκε (4,7-10)· από υποκειμενική άποψη αναδύεται σ’ εμάς δια της πίστεως, μέσα στην Εκκλησία.
     Αν όσα προηγούνται αληθεύουν, βλέπουμε ότι για τον άγιο Ιωάννη η πίστη και το έλεος δεν είναι δύο ανεξάρτητες και παράλληλες αρετές. Στην δομή του χριστιανικού βίο, όπως την αντιλαμβάνεται, υπάρχει για τους πιστούς ένα είδος προτεραιότητας της πίστης έναντι της αγάπης: δια της πίστεως ανακαλύπτουμε την αγάπη του Πατρός· δια της πίστεως επίσης αυτή η αγάπη ριζώνει στις ζωές μας και εκφράζεται με την μορφή του αδελφικού ελέους. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι στα κείμενα αυτά ο Ιωάννης διατηρεί παντού την ίδια σχέση ανάμεσα στην αλήθεια και την αγάπη: αποδίδει πάντοτε την προτεραιότητα στην αλήθεια, είτε τοποθετώντας την στις απαριθμήσεις του πριν από την αγάπη (2η Επ. 3), είτε θεωρώντας την ως το θεμέλιο και την αρχή της (1η Επ. 3,18-19/ 2η Επ. 1-2/ 3η Επ. 1).
     4. Όσα προηγούνται μοιάζουν να μας απομακρύνουν από το αντικείμενό μας που είναι το Πνεύμα της αληθείας. Πιστεύουμε όμως ότι στον βαθμό που στόχος μας είναι να γνωρίσουμε ποιά είναι ακριβώς κατά στον Ιωάννη η λειτουργία αυτού του Πνεύματος, οι προηγούμενες αναλύσεις ήταν απαραίτητες για την έρευνά μας.
     Ας θυμηθούμε το ερώτημα που θέσαμε στην αρχή: πώς κατανοούμε την δωρεά του Πνεύματος στην οποία αναφέρεται ο στ. 4,13; Για ορισμένους είναι η πίστη, για άλλους το έλεος, και τέλος κατ’  άλλους η πίστη και το έλεος μαζί. Υπάρχει ένα μέρος αλήθειας και στις τρείς αυτές διαπιστώσεις. Οι προηγούμενες αναλύσεις όμως απέδειξαν ότι σε αυτά τα κείμενα η δωρεά του Πνεύματος αναφέρεται πρωταρχικά στην πίστη, αυτή ακριβώς που εκδηλώνεται μέσα από την αποστολική μαρτυρία, καθώς και την ομολογία πίστεως των πιστών.
     Αυτή η διαπίστωση όμως δεν αρκεί. Η πίστη στην οποία μας οδηγεί το Πνεύμα έχει ένα σκοπό: μας αποκαλύπτει την αγάπη του Πατρός και καθίσταται πηγή του ελέους μας. Συναντάμε επομένως έμμεσα την αρχαιότερη εκδοχή που είχε ερμηνεύσει την λέξη πνεύμα στο στ. 4,13 ως πνεύμα του ελέους. Και λέμε έμμεσα διότι η αγάπη εισέρχεται στην ζωή μας δια μέσου της αποκαλύψεως και της πίστεως· πουθενά ο Ιωάννης δε αποδίδει άμεσα το έλεος στην ενέργεια του Πνεύματος, όπως αργότερα ο αγ. Αυγουστίνος, σχολιάζοντας την 1η Επιστολή, και εμπνεόμενος από ένα κείμενο των επιστολών του Παύλου, (Ρωμ. 5,5). Μπορούμε να πούμε ότι το Πνεύμα στον Ιωάννη είναι πάντοτε Πνεύμα αληθείας. Παρότι η χριστιανική αγάπη καταλαμβάνει σημαντική θέση στην θεολογία του Ιωάννη, δεν αποτελεί το έσχατο θεμέλιο της χριστιανικής ζωής: θα πρέπει να το αναζητήσουμε στην αποκάλυψη, στην πίστη. Αναμφίβολα από την σκοπιά του Θεού, στην αντικειμενική θεώρηση της ιστορίας της σωτηρίας, πρώτα έρχεται η αγάπη του Πατρός: «αὐτὸς πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς» (1η Επ. 4,19). Αλλά οι άνθρωποι προσχωρούν σ’ αυτό το μυστήριο δια της αποκαλύψεως αυτής της αγάπης, και επομένως δια της πίστεως. Για του πιστούς πρώτα έρχεται η πίστη· δια της πίστεως ανακαλύπτουν την αγάπη του Θεού· για δια της πίστεως το έλεος εισέρχεται στην ζωή του.
     Γίνεται τώρα σαφές ότι στην 1η Επιστολή 4,13 η δωρεά του Πνεύματος αποτελεί κατά κύριο λόγο δωρεά της πίστεως, αλλά αυτή η δωρεά μπορεί να αποτελέσει επίσης την ίδια στιγμή (αν και έμμεσα) την αρχή της αγάπης στην χριστιανική κοινότητα.
δ. 1η Επιστολή 4,6
     Μετά από αυτές τις περιπλανήσεις στα παράλληλα κείμενα (4,2/ 3,24/ 4,13) ας επανέλθουμε στην ανάλυση του ίδιου του στ. 4,6, στον οποίο αναφέρεται ρητά το Πνεύμα της αληθείας· ας δούμε πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε το Πνεύμα στα πλαίσια του κειμένου.
     Ο Ιωάννης προσδιορίζει εδώ ένα νέο κριτήριο της αναγνώρισης του Πνεύματος αληθείας: «ὁ γινώσκων τὸν Θεὸν ἀκούει ἡμῶν· ὃς οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἀκούει ἡμῶν. ἐκ τούτου γινώσκομεν τὸ πνεῦμα τῆς ἀληθείας καὶ τὸ πνεῦμα τῆς πλάνης». Σε ποιούς αναφέρεται εδώ η αντωνυμία «ημών»; Σχεδόν όλοι οι σχολιαστές εκτιμούν ορθά ότι πρόκειται είτε για τους αποστόλους, είτε για τον συγγραφέα της Επιστολής, και μαζί μ’ αυτόν όλους όσοι κηρύττουν την αλήθεια· αφορά δηλαδή όλους αυτούς που διδάσκουν στον χώρο της Εκκλησίας. Η ερμηνεία αυτή προκύπτει, όπως θα δούμε, τόσο από την παρουσία του ρήματος ἀκούειν, όσο και από τους προσδιορισμούς παράλληλων κειμένων της Επιστολής.
     Ο Ιωάννης χρησιμοποιεί επανειλημμένα την λέξη ἀκούειν για να υπενθυμίσει στους χριστιανούς την διδασκαλία που «άκουσαν» από την αρχή (2,7/ 2,24/ 3,11)· αλλά αυτή την «επαγγελία» που έλαβαν θα πρέπει την διατηρήσουν (μενέτω, 2,24)· θα πρέπει να της παραμείνουν πιστοί. Είναι πιθανόν η υπακοή που ζητάει τώρα ότι ο Ιωάννης, ο οποίος στο στ. 4,6 παροτρύνει εκ νέου τους πιστούς να «ακούσουν» και να «εννοήσουν», να αποτελεί μια προέκταση της υπακοής τους άλλοτε, σε αυτούς που τους μετέφεραν τότε το χριστιανικό μήνυμα.
   Επόμενη ένδειξη: ο παραλληλισμός του εδαφίου 4,1-6 του δεύτερου μέρους της Επιστολής (2,29-4,6), με το εδάφιο 4,11-16 του τρίτου μέρους (4,7-5,12): και τα δύο ασχολούνται με την πίστη. Επιπλέον σε αυτό το παράλληλο απόσπασμα υπάρχει ένα στοιχείο που αντιστοιχεί στο ἀκούει ἡμῶν του στ. 4,6 και βοηθάει στην καλύτερη κατανόησή του: η ομολογία πίστεως στον Ιησού, Υιό του Θεού (4,15). Πρόκειται για επανάληψη της ομολογίας πίστεως στον στ. 4,2· αλλά στον στ. 4,15, η ομολογία πίστεως των πιστών αποτελεί απάντηση  στην αποστολική μαρτυρία (4,14)· με άλλα λόγια η ομολογία πίστεως των πιστών έχει εξωτερικά την μορφή μιας δήλωσης υποταγής στην αποστολική μαρτυρία εντός της Εκκλησίας. Αυτό το διπλό νόημα του ὁμολογεῖν στον στ. 4,15 (ομολογία και υπακοή) σχηματίζει την σύνθεση των δύο εννοιών που στο προηγούμενο εδάφιο ήσαν ακόμη ξεχωριστές: «ὁμολογεῖν τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα» (4,2) και «ἀκούειν» του αποστόλους (4,6). Και ενώ αυτές οι δύο έννοιες συντίθενται σε ένα μόνο ρήμα (ὁμολογεῖν) στον στ. 4,15, προσδιορίζεται ταυτόχρονα το ακριβές νόημα του ἀκούειν του στ. 4,6: δεν πρόκειται για οποιαδήποτε μορφή υποταγής των πιστών σε μια εξουσία, αλλά για την υπακοή τους σε θέματα πίστεως, την εμπιστοσύνη σε αυτούς που διδάσκουν την αλήθεια σε αντίθεση με αυτούς που «λαλοῦσι ἐκ τοῦ κόσμου». Ο πρόλογος εξ άλλου της Επιστολής εισάγει με αντίστοιχο τρόπο αυτή την εξέλιξη: «ὃ ἑωράκαμεν καὶ ἀκηκόαμεν, ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα καὶ ὑμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ' ἡμῶν· καὶ ἡ κοινωνία δὲ ἡ ἡμετέρα μετὰ τοῦ πατρὸς καὶ μετὰ τοῦ υἱοῦ» (1,3)· αλλά αυτή η κοινωνία με τον Θεό κατακτάται δια της μεσολάβησης της κοινωνίας των πιστών με τους αποστόλους, τους μάρτυρες της αποκαλύψεως: «μαρτυροῦμεν ὑμῖν ἵνα καὶ ὑμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ' ἡμῶν» (1,2-3)· έχει το ίδιο νόημα με τον στ. 4,6 «ὁ γινώσκων τὸν Θεὸν ἀκούει ἡμῶν».
     Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ άμεσα είναι ο ρόλος του Πνεύματος της αληθείας. Σύμφωνα λοιπόν με τον στ. 4,6γ η υποδοχή που επιφυλάσσουν οι πιστοί στην αποστολική διδασκαλία αποδεικνύει ότι βρίσκονται υπό την επιρροή του Πνεύματος της αληθείας. Θα μπορούσαμε μάλιστα να αναφερθούμε εδώ σε ένα εκκλησιολογικό κριτήριο της κοινωνίας τους με τον Θεό. Ο ρόλος του Πνεύματος που περιγράφεται σε αυτό το κείμενο είναι αντίστοιχος με τις διαφορετικές λειτουργίες του όπως αυτές προσδιορίζονται στα παράλληλα κείμενα που εξετάσαμε προηγουμένως (4,2/ 3,24/ 4,13): η ενέργεια του Πνεύματος αφορά παντού σε θέματα πίστεως. Αλλά αυτή η κατάσταση της πίστεως που εμπνέει το Πνεύμα αποκτά στον στ, 4,6 έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα κοινωνίας: πρόκειται για μια συμπεριφορά έξωθεν υπακοής και εμπιστοσύνης απέναντι σε αυτούς που κηρύσσουν εντός της Εκκλησίας· και εγγυάται την αυθεντικότητα των εμπνεύσεων που δημιουργεί το Πνεύμα.
3. Συμπέρασμα
      Ας συνοψίσουμε τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας. Τι ακριβώς σημαίνει Πνεύμα της αληθείας σύμφωνα με αυτά τα κείμενα και πώς λειτουργεί;
     1. Συγκρίνοντας το απόσπασμα με τα αρχαιότερα κείμενα της εβραϊκής παράδοσης παρατηρούμε ότι υπάρχει μια εντυπωσιακή πρόοδος. Στην προχριστιανική κειμενογραφία το πνεύμα της αληθείας θεωρείται ήδη ως μια προσωπική ύπαρξη, αλλά έχει απλώς την μορφή αγγέλου· ο άγιος Ιωάννης αποκαλύπτει το Θείο Πνεύμα. Στα εβραϊκά κείμενα η έννοια πνεύμα της αληθείας ανήκει στον χώρο της ηθικής και της παραίνεσης: στις Διαθήκες των 12 Πατριαρχών δεν εμφανίζεται με κάποια διαφορετική μορφή. Στο Εγχειρίδιο της Πειθαρχίας όμως το πνεύμα της αληθείας είναι αυτό που οδηγεί στην σοφία, τη γνώση και την κατανόηση των μυστηρίων· αλλά η συμβολή του περιορίζεται στο χώρο των αρετών. Αντίθετα στον Ιωάννη, το Πνεύμα της αληθείας ενεργεί άμεσα ως αποκάλυψη και ως πίστη. Η επιρροή του στην ηθική συμπεριφορά των χριστιανών είναι έμμεση και παραμένει δευτερεύουσα σε σχέση με την επενέργειά του ως προς  στην αλήθεια.
     2. Ο ρόλος του Πνεύματος στην Επιστολή του Ιωάννη συνίσταται στην πίστη μας ότι ο Ιησούς είναι Υιός του Θεού (3,23), και στην γνώση της αγάπης του Πατρός, που εκδηλώνεται με την αποστολή του Υιού του (4,14.16)· οι απόστολοι οφείλουν στο Πνεύμα την φανέρωση του Υιού του Θεού στο πρόσωπο του Χριστού, και την μαρτυρία της πίστεώς τους εν μέσω των χριστιανών (4,13-14)· μεγαλύτερη έμφαση δίνεται στην λειτουργία του Πνεύματος μεταξύ των ίδιων των χριστιανών: αυτό είναι που τους οδηγεί στην πίστη (3,23/ 4,16) και στην ομολογία Ιησού Χριστού, κατέναντι στις πλάνες των αιρετικών (4,2-15)· είναι επίσης αυτό που τους καλεί να ακούσουν αυτούς που κηρύσσουν την αλήθεια (4,6).  Οι διαφορετικές αυτές λειτουργίες συνυφαίνονται. Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι σύμφωνα με αυτά τα κείμενα ουσιαστική λειτουργία του Πνεύματος της αληθείας είναι να εμπνεύσει και να ενισχύσει στους χριστιανούς  την πίστη στον Ιησού. Ο Ιωάννης επιμένει κυρίως στις εκκλησιολογικές και τις εκδηλώσεις κοινωνίας αυτής της πίστης: την μαρτυρία των μαθητών, την ομολογία πίστεως των χριστιανών, την υπακοή στους αποστόλους. Και είναι κατανοητό, διότι τα κείμενά του απέβλεπαν κυρίως στην προστασία των πιστών από τις ετερόδοξες δοξασίες.
     3. Είναι όμως επίσης αλήθεια ότι το Πνεύμα είναι η αιτία του ελέους εκ μέρους των χριστιανών. θα μπορούσαμε να πούμε όμως ότι αυτό επέρχεται εμμέσως, ως «Πνεύμα της αληθείας»: αποκαλύπτοντας στους πιστούς των αγάπη του Πατρός, τους προτρέπει να εισάγουν αυτή την αγάπη στη ζωή τους, δια της πίστεως, και να ασκήσουν το έλεος απέναντι στους αδελφούς τους.
     Η πίστη είναι επομένως ο πρώτος καρπός του Πνεύματος· αλλά το έλεος συνδέεται άρρηκτα μαζί της. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι δύο επίμαχοι στίχοι περί της δωρεάς του Πνεύματος (3,24 και 4,13) αποτελούν και οι δύο τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στις δύο αυτές έννοιες: με αυτό τον τρόπο ο Ιωάννης επεδίωξε να τονίσει ότι στην Εκκλησία δεν υπάρχει πραγματική πίστη χωρίς την παρουσία του ελέους, καθώς επίσης και ότι το μόνο αληθινά χριστιανικό έλεος πηγάζει από την πίστη.
(συνεχίζεται)

ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ - Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ - ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ 20/11/2016



https://www.youtube.com/watch?v=0bbEeIQlBjo

Δημοσιεύτηκε στις 8 Δεκ 2016

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ ΣΤΙΣ 20/11/2016 Π.Η ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟΥΣ ΙΕΡΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ,ΤΗΣ ΠΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ , ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΟΝΕΥΣΗΣ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ , ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΙΕΡΑ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ.

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΑΚΟΜΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΚΑΚΟΔΟΞΙΕΣ ΠΕΡΙ ΑΚΥΡΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΑΥΤΟΜΑΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΤΩΝ ΑΚΡΙΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ , ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΩΝ , ΠΑΡΑΣΥΝΑΓΩΓΩΝ κ.α 


Ἁγ. Νεκταρίου: «Μελέτη ἱστορικὴ περὶ τῶν αἰτιῶν τοῦ σχίσματος» 

Ὅταν οἱ υἱοὶ τοῦ Ζεβεδαίου ζήτησαν ἀπὸ τὸν Χριστὸ πρωτοκαθεδρία, νὰ καθήσουν ὁ ἕνας δεξιά του καὶ ὁ ἄλλος ἀριστερά του (Μάρκ.ι´35-38), ὁ Κύριος δὲν τοὺς εἶπε ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον, διότι τὴν πρωτοκαθεδρία τὴν ἔχω δώσει στὸν Πέτρο, ἀλλά, ὅτι «ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται διάκονος ὑμῶν, καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι πρῶτος, ἔστω πάντων δοῦλος».Ὅταν οἱ ἀπόστολοι κατὰ τὸν μυστικὸν Δεῖπνον ἔπεσαν σὲ φιλονικία, διὰ τὰ πρωτεῖα, ὁ Κύριος δὲν τοὺς εἶπε πὼς ὁ Πέτρος εἶναι ὁ μεγαλύτερος, ἐπειδὴ αὐτὸν ἀφήνω ἐπίτροπον εἰς τὸ ποίμνιον, αὐτὸς εἶναι ἡ κεφαλὴ ὅλων σας. (Λουκ. κβ’ 24-26). Ἀλλὰ τοὺς εἶπε ὅτι “οἱ βασιλεῖς τῶν ἐθνῶν κυριεύουσιν αὐτῶν, καὶ οἱ ἐξουσιάζοντες αὐτῶν εὐεργέται καλοῦνται, ὑμεῖς δὲ οὐχ οὕτως, ἀλλ᾽ ὁ μείζων ἐν ὑμῖν γενέσθω ὡς ὁ νεώτερος καὶ ὁ ἀνακείμενος ὡς ὁ διακονῶν”. Ἔφερε καὶ παράδειγμα ὁ Κύριος τοὺς Φαρισαίους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσαν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους νὰ λέγονται Ραββί, ὅμως ἐσεῖς, οἱ δικοί μου μαθηταὶ μὴν πέσετε στὸ πάθος αὐτό, μὴ ζητεῖτε τὸ πρωτεῖον αὐτό, ὑμεῖς μὴ κληθῆτε καθηγηταί, «εἷς γάρ ἐστιν ὁ καθηγητὴς Χριστός, καὶ πατέρα μὴ καλέσητε ἐπὶ τῆς γῆς. Εἷς ἐστιν ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ὑμεῖς δὲ πάντες ἀδελφοὶ ἐστέ».Οἱ Ἀπόστολοι ἔπεμψαν τὸν Πέτρον καὶ τὸν Ἰωάννην στὴν Σαμάρεια, ὅταν ἄκουσαν πὼς ἐδέχθη τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἐὰν ὁ Πέτρος ἦταν κεφαλὴ καὶ ἄρχων πάντων, πῶς πέμπεται ἀπὸ τοὺς ἄλλους; πράγμα ποὺ δὲν τὸ δέχεται οὔτε ἡ συνήθεια οὔτε τὸ δίκαιον; Εἶναι λοιπὸν φανερὸ ὅτι τοῦτοι οἱ καπνοὶ τῆς φιλοδοξίας, καὶ πρωτοκαθεδρίας δὲν ἐχώρησαν μέσα εἰς τὰς θεοφόρους κεφαλὰς τῶν Ἀποστόλων, ἀλλ᾽ ὅλοι ἦταν ὁμοταγεῖς, ἀδελφοὶ κατὰ τὴν διδασκαλία τοῦ Κυρίοu, ἐπίσης διδάσκαλοι πάσης τῆς οἰκουμένης. Ὄχι διῃρημένως ὁ ἕνας στὴ Ρώμη, ὁ ἄλλος ἀλλαχοῦ, ἀλλὰ πανταχοῦ καθ᾽ ἕνας τὴν αὐτὴ ἐξουσία εἶχε καὶ τὸ αὐτὸ Ἀποστολικὸ προνόμιο.Ἔτσι ὁ Πάπας διὰ νὰ στήση τὴν κεφαλήν του, ὄχι μόνον συκοφαντεῖ τὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ καταφρονεῖ καὶ τὸν μακάριο Πέτρο σμικρύνοντάς του τὸ Ἀποστολικόν του προνόμιο, ἐπειδὴ ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἦταν χειροτονημένος διδάσκαλος πάσης της οἰκουμένης καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ Ἀπόστολοι, αὐτὸς τὸν περικλείει εἰς τὴν Ρώμην. Ἐὰν ὁ Πέτρος ἦταν κεφαλὴ καὶ ἀρχή, πῶς ὁ Παῦλος ὁ ὁποῖος δὲν ἦταν ἀπὸ τοὺς δώδεκα ἀντεστάθη κατὰ πρόσωπον εἰς τὸν Πέτρον; Πῶς τὸν ἐλέγχει καθὼς ὁ ἴδιος γράφει στὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολήν του; «ὅτε ἦλθε Πέτρος εἰς Ἀντιόχειαν κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ ἀντέστην» (Γαλατ. β΄11).Ἐὰν ὁ Πέτρος ἦταν πρῶτος πῶς εἰς τὴν Ἀποστολικὴν Σύνοδον δὲν ἀποφασίζει ὁ Πέτρος ὡς κεφαλὴ πάντων, ἀλλὰ ὁ Ἰάκωβος; (Πράξ. ιε΄10-28). Οἱ Ἀπόστολοι ἦσαν οἰκουμενικοὶ διδάσκαλοι, καὶ ἰσότιμοι πάντες, καὶ οὐδένας εἶχε διωρισμένον θρόνον. Οἱ Ἀπόστολοι χειροτονοῦσαν παντοῦ Ἀρχιερεῖς, καὶ ἔδιδαν εἰς αὐτοὺς τέσσαρα χαρίσματα: πρῶτον τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, δεύτερον τὴν Ἱερωσύνην, τρίτον τὴν χειροτονίαν, τέταρτον τὴν ἐξουσίαν τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν. Καὶ αὐτὰ μερικῶς, καὶ ὄχι οἰκουμενικῶς, ἀλλὰ καθένας εἰς τὴν ἐπαρχίαν του ἐκήρυττε τὸ Εὐαγγέλιο, ἐνεργοῦσε τὰ τῆς Ἱερωσύνης, ἔπραττε τὰ τῆς χειροτονίας, ἐτέλει τὰ τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν. Ἔξω ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν του οὐδείς. Ἐπειδὴ αὐτὸ ἦταν ἀποστολικὸ χάρισμα. Οἱ Ἀπόστολοι Ἀρχιερεῖς χειροτονοῦσαν, καὶ ὄχι Ἀποστόλους. Οὐδεὶς τῶν χειροτονηθέντων ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους ἔγινε διάδοχος καὶ τοῦ ἀποστολικοῦ ἀξιώματος. Δόγμα τῶν Παπικῶν εἶναι «τὸ μὴ πιστεύειν εἰς τὸν Πάπαν, ταυτὸν ἐστὶ τὸ μὴ πιστεύειν εἰς τὸν Χριστόν», ὡσὰν νὰ ἦταν ὁ Πάπας καὶ ὁ Χριστὸς ἓν κατὰ τὴν οὐσίαν, δηλαδὴ θεοποιεῖ τὸν ἑαυτόν του.

ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ ΑΓΓΕΛΙΚΟΥΔΗΣ - Α ΜΕΡΟΣ-επανάληψη.

O Doctor Angelicus συναντά
τον Κάλλιστο Αγγελικούδη
Ο Κάλλιστος Αγγελικούδης αναλύει και σχολιάζει
το κατά των Ελλήνων βιβλίο του Θωμά Ακινάτη

296. Γιατί λέει και πάλι· « αν δεν επιτύχη κανείς μαζί με την ευδαιμονία όμοια και ακίνητα την ηρεμία, δεν είναι ακόμη ευδαίμων, αφού δεν ηρεμεί ακόμα η φυσική του επιθυμία. Όταν επιτύχη λοιπόν κανείς την ευδαιμονία, επιτυγχάνει παρόμοια και την ίδρυση και ηρεμία ». Ποιος σου τα δίδαξε αυτά, κακοδαιμονέστατε και αντίπαλε της αλήθειας, και πώς προχωράς ενάντια στις ρήσεις των αγίων, που ένα μέρος τους προαναφέραμε ; εφ’ όσον κινείται, λέει, κάτι προς την τελειότητα, δεν βρίσκεται ακόμα στο έσχατο τέλος. Θα παυθή ποτέ, αμβλύτατε στη διάνοια, αυτός που έφθασε στον Θεό, που είναι ακριβώς το έσχατο τέλος, το άπειρο και αόριστο, θα παυθή ποτέ απ’ την αγάπη, τον έρωτα, τον θαυμασμό, τη χαρά και τους άλλους τους καρπούς του Πνεύματος ; κι αν ισχύη αυτό, θα γίνη πιο αδρανής και κατ’ εξοχήν υποτιμημένος, όταν θα φθάση στο έσχατο τέλος, δηλαδή στον Θεό ;

297. Αλλ’ είναι λόγια ανόμων αυτά, ανταρσία κατά της ιεράς Εκκλησίας και της αλήθειας της, που λέει ότι, φτάνοντας στον Θεό, φλέγεται ο νους με το πυρ της αγάπης, εκπλήσσεται για τα θαύματα στον Θεό, χαίρεται χαρά ανεκλάλητη για την κοινωνία και ένωση με τον Θεό, εξίσταται για τον υπερουράνιο πλούτο, που κληρονομεί, έχει ατέλειωτη την ηδονή για την άφθαρτή του κληρονομιά και για άλλα διάφορα, όσα έχουμε προαναφέρει. Ακούτε πώς μιλά ο κενός απ’ τη χάρι Θωμάς τα ασύμφωνα προς την ορθόδοξη γνώμη, σύμφωνα δε με τους Έλληνες και τον Αριστοτέλη; « Φαίνεται ( δοκεί ) πως υπάρχει κατ’ εξοχήν η έσχατη ευδαιμονία στον παρόντα βίο στη θεωρία, με την οποία αναζητείται η γνώση της αλήθειας, όπως αποδεικνύει ( φανερώνει σαφώς ) κι ο ίδιος ο Αριστοτέλης στο Ι΄ των Ηθικών».

298. Εύγε σε σένα, για τον μάρτυρα και τη μαρτυρία, σου έχει επιρρίψει ολοφάνερα ο χορός των θεοσόφων. Γι’ αυτό και ξέχασες γρήγορα την έσχατη ευδαιμονία στον παρόντα βίο, που αναφέρουν εκείνοι, και αναφέρεις την έσχατη ευδαιμονία της ελληνικής πλάνης στον παρόντα βίο, με την οποία και ζητάται η γνώση της αλήθειας. Και πρόκειται για προτάσεις και συλλογισμούς για την ακατάληπτη αλήθεια, στην οποία δεν χωρά συλλογισμός. Δεν έχουν οι χριστιανοί έσχατη ευδαιμονία το να ζητούν τη γνώση της αλήθειας, αλλ’ είναι, όπως λέει ο ιερός Διονύσιος, « το πέρας κάθε ιεραρχίας η προς τον Θεό, όσο είναι εφικτό, αφομοίωση και ένωση » (Περί εκκλησιαστικής ιεραρχίας) στον παρόντα βίο. Και λέει κι ο Μέγας Βασίλειος˙ «Πνεύμα άγιον, επελθόν εις ανθρώπου ψυχήν, έδωκε μεν ζωήν, έδωκε δε αθανασίαν, ήγειρε κείμενον. Το δε κινηθέν κίνησιν αΐδιον υπό Πνεύματος αγίου ζώον άγιον εγένετο» (Κατά Ευνομίου Ε΄).

299. Βλέπεις, τί είναι πάντως η ευδαιμονία στον παρόντα βίο ; θεωρία, με την οποία ζητείται η γνώση της αλήθειας για την έσχατη ευδαιμονία των πιστών στο παρόν. Και λέει πάλι ο Μέγας Βασίλειος˙ « κι απέκτησε ο άνθρωπος την αξία του πνεύματος που κατοίκησε ( εισοικισθέντος ) σ’ αυτόν , πνεύμα προφήτη, αποστόλου, αγγέλου του Θεού» (ο.π.). Βλέπεις την έσχατη ευδαιμονία των ευσεβών στο παρόν; κι εκείνο που ονομάζεις εσύ έσχατη ευδαιμονία, είναι της έσχατης αφροσύνης. 

300. Γιατί η θεωρία, με την οποία ζητείται η γνώση της αλήθειας, είναι της έξω σοφίας, την οποία ζητούν οι Έλληνες, όπως λέει ο ιερός Παύλος˙ «Ιουδαίοι μεν σημεία ζητούσιν, Έλληνες δε σοφίαν» (Α΄ Κορ., α΄ 22), αλλά την έξω και των ορωμένων, που εμώρανε και απώλεσε κατά την επαγγελία ο Θεός.. Γιατί «απολώ» λέει «την σοφίαν των σοφών και την σύνεσιν των συνετών αθετήσω» (Ησ., κθ΄ 14 και Α΄ Κορ., α΄ 19). Κι ο ιερός Παύλος˙ «ουχί εμώρανεν ο Θεός την σοφίαν του αιώνος τούτου;» (Α΄ Κορ., α΄ 20). Είναι όντως μωρός και άξιος της απώλειας αυτός που νομίζει έσχατη ευδαιμονία στο παρόν τη θεωρία, με την οποία ζητείται η γνώση της αληθείας, όντας άπειρος ( απείρατος ) από δυσπιστία της εν αγίω Πνεύματι θείας ένωσης και προσχωρώντας στο ψέμμα και τις ελληνικές δόξες ( γνώμες ).. 

301. «Είναι αδύνατο να είναι το να επιθυμής έσχατο τέλος· γιατί επιθυμία υπάρχει, όταν η θέληση τείνει σε κείνο, που δεν έχει ακόμα, πράγμα αντίθετο στον ορισμό του έσχατου τέλους». Και τα λέει αυτά μεταστρεφόμενος και φρονώντας τα ελληνικά˙ κι ερχόμενος στον εαυτό του, λέει˙ «όσο πιο κοντά είναι κάτι στο τέλος, με τόσο μεγαλύτερη επιθυμία τείνει προς αυτό ˙ γι’ αυτό και βλέπουμε να επιτείνεται κατ’ εξοχήν προς το τέλος η φυσική κίνηση των σωμάτων, είναι δε πιο κοντά στη θεία γνώση οι νόες των χωριστών ουσιών απ’ ό,τι ο δικός μας νους˙ επιθυμούν λοιπόν κατ’ εξοχήν επιτεταμένα εκείνοι τη γνώση, απ’ ό,τι ακριβώς εμείς». Έχει μεγάλη αναισθησία και αφροσύνη ο Θωμάς. Γιατί αν είναι αδύνατο να είναι το να επιθυμής έσχατο τέλος, και επιθυμούν επιτεταμένα οι νόες των χωριστών ουσιών τη θεία γνώση, είναι φανερό, πως δεν βρίσκονται στο έσχατο τέλος, αλλ’ είναι ατελείς και προσδεόμενοι. Πώς λέει λοιπόν αυτός ο εμβρόντητος ( παράφρων ) Θωμάς ότι παύονται απ’ τις εφέσεις προς ( σταματούν να επιθυμούν ) τον Θεό οι άγγελοι ;

302. Γιατί έχουν σύμφωνα και μ’ αυτόν αεικίνητες τις εφέσεις, καθώς είναι ελλιπείς και καθώς επιθυμούν τη θεία γνώση, που δεν την έχουν ακόμα. Και πώς δεν ντρέπεται και για κείνο, να συλλογίζεται απ’ τα σωματικά και τα κάτω τα περί των ουρανίων δυνάμεων, και να θέλη, επειδή βλέπουμε να επιτείνεται περισσότερο η φυσική κίνηση των σωμάτων προς το τέλος, να κινούνται παρόμοια και οι χωριστές ουσίες, που είναι λογικές και νοερές και κινούνται κατά προαίρεση, και να επιθυμούν, έχοντας φθάσει πιο κοντά στον Θεό, με μεγαλύτερη ένταση τη θεία γνώση; 

303. Κι αν επιθυμούν αυτές που έχουν φθάσει πιο κοντά με μεγαλύτερη ένταση τη θεία γνώση, πώς λες πάλι ότι «αν δεν επιτύχη κανείς μαζί με την ευδαιμονία όμοια και ακίνητα την ηρεμία, δεν είναι ακόμη ευδαίμων, αφού δεν ηρεμεί ακόμη η φυσική του επιθυμία»; Δεν είναι άρα αντίφαση αυτά; Και φαίνεται πως δεν βρίσκονται σε ευδαιμονία οι θείες και ουράνιες εκείνες τάξεις, επειδή επιθυμούν και επιτεταμένα τη θεία γνώση˙ κι αν δεν έχουν ευδαιμονία, δεν έχουν ούτε απόλαυση, ούτε βέβαια μακαριότητα, και κακοδαιμονούν έτσι εκείνες οι τάξεις. Αλλ’ ας στραφή προς τη δική σου, άθλιε, κεφαλή η κακοδαιμονία, που δεν ακολουθεί πλήρως τα νοήματα της ιερής Εκκλησίας, αλλά και τους Έλληνες και τον Αριστοτέλη.

304. Κι έχοντας γίνει μισοβάρβαρος με τη θέλησή του και μιλώντας αιρετικά στα πιο πολλά και μακριά απ’ τον χορό των θεοσόφων, τόσο πολύ απομακρύνεται ο Θωμάς απ’ την αλήθεια, ώστε να κινείται ενάντια και στον ίδιο τον Θεό και να λέη αυτά που είναι αθέμιτα . Γιατί λέει˙ « παύεται ( σταματά ) λοιπόν κατ’ εξοχήν η έφεση του Θεού και είναι τελειότερη η μακαριότητά του». Αλλίμονο, σε ποιο κακό κατέβηκε, και ποια αιρετικά ξερνάει ο λάρυγγάς του! γιατί ομολογεί ολοφάνερα και χωρίς καμμιάν αμφισβήτηση τρεπτό τον Θεό και μάλιστα στα κράτιστα. Παύεται η έφεση του Θεού! από ποιαν πρόφαση παύθηκε απ’ την έφεση αυτός που παύεται ενώ την έχει και τράπηκε ολοφάνερα κατά την έφεση; κι αν κάνη τελειότερη το να παύεται η έφεση του Θεού τη μακαριότητά του, νά που είναι ολοφάνερα τρεπτός αυτός που δέχτηκε μείωση στην έφεση, και αύξηση στη μακαριότητα. Αλλ’ ας τραπούν στο κεφάλι του Θωμά όλα τα κακά, που λέει για τον Θεό αυτά που δεν τόλμησαν να πουν ούτε οι Σκύθες κι οι βάρβαροι εναντίον του. Και λογαριάζοντας τέτοια και φτάνοντας σε τέτοιον παραλογισμό, μπλέκεται σε μύρια κακά.

305. Και λέει για τους αγγέλους˙ « παύεται ( σταματά ) με τη μακαριότητα κάθε έφεση, επειδή δεν απομένει, μετά την επιτυχία της, τίποτα το επιθυμητό». Κι αυτός που τα λέει αυτά μεταβαίνει σε άλλην έννοια και τρέπεται απ’ την ασέβεια στη δυσσέβεια ο δυστυχής˙ «αυτοί που απέκτησαν την έσχατη ευδαιμονία θεωρώντας τον Θεό, δεν θα αποπέσουν ποτέ από εκείνη˙ γιατί αυτό που άλλοτε μεν υπάρχει, κι άλλοτε όχι, καταμετρείται με τον χρόνο, όπως είναι φανερό στο Δ΄ των Φυσικών. Κι η θεωρία που κάνει μακάριες τις νοερές ουσίες δεν υπάρχει στον χρόνο αλλά στην αϊδιότητα. Είναι αδύνατο άρα να την αποβάλη αυτός που έχει γίνει μιά φορά μέτοχός της». Πες μας όμως, πώς είναι αδύνατο να την αποβάλη˙ γιατί είναι φανερό ότι τα μεν φυσικά δεν κινούνται με τη θέληση, αλλά με τη φύση, τα δε λογικά και με τη νοερή θέληση και αυτεξουσιότητα ˙ είναι δε η θέληση γέννημα της αγάπης , όπως λέει κάπου κι ο Θωμάς˙ γιατί κανείς δεν θέλει αυτό ακριβώς που δεν αγαπά. 
306. Αν είναι αδύνατο λοιπόν να αποβάλη τη θεία θεωρία αυτός που έχει γίνει μιά φορά μέτοχός της, είναι φανερό πως αυτό θα συμβή με τη θέληση, όπως λέει σαφέστερα κι ο Θωμάς˙ «δεν μπορεί να μην παρίσταται η θέληση της απόλαυσης αυτής της θεωρίας στη νοερή ουσία που βλέπει τον Θεό, εφόσον κατακτά ( καταλαμβάνει ) την ευδαιμονία της με το να βρίσκεται σ’ αυτήν τη θεωρία, όπως ακριβώς δεν μπορεί να θέλη να μην είναι μακάρια, αλλ’ ούτε και θα σταματήση να βλέπη λόγω αναίρεσης του αντικειμένου˙ γιατί το αντικείμενο, που είναι ακριβώς ο Θεός, έχει πάντα τον ίδιον τρόπο. Είναι αδύνατο άρα να εγκαταλείψουν ποτέ αυτοί που τη βλέπουν τη θεωρία του Θεού που τους κάνει μακάριους».


307. Κι ακόμα˙ «είναι αδύνατο να θελήση ποτέ να στερηθή η νοερη ουσία, που βλέπει τον Θεό, αυτήν τη θεωρία». Κι αν τη θέλη πάντα, είναι φανερό, ότι και την αγαπά πάντα και την επιθυμεί ως ανώτερη περισσότερο απ’ όλα. Έχει πλανηθή άρα και βγαίνει απ’ τις ίδιες του τις φρένες, οποτεδήποτε λέει˙ «δεν φθάνει η νοερή κτίση στο έσχατο τέλος, αν δεν παύθηκε ( σταμάτησε ) η έφεσή της». Και λέει, ακολουθώντας την ίδια άνοια και παραφρονώντας ˙ « τέλος του κάθε πράγματος είναι αυτό στο οποίο τελειώνει η έφεσή του».


308. Και λέει μετά, σαν να τον άφησε ακριβώς για λίγο το σκοτάδι του δαίμονα˙ «όπως ακριβώς επιθυμεί από τη φύση της η νοερή κτίση την ευδαιμονία, έτσι επιθυμεί απ’ τη φύση της και την παντοτινή ευδαιμονία. Γιατί αφού είναι αιώνια στην ουσία της η ψυχή, αυτό που επιθυμεί γι’ αυτήν την ίδια κι όχι για κάτι άλλο, επιθυμεί να το έχη παντοτινά». Αλλίμονό σου Θωμά, και στην ταλαίπωρη και κακόδοξη ψυχή σου, αν σου συνέβαινε άρα να φθάσης στο έσχατο τέλος, στον Θεό˙ γιατί αφού θα έχει παυθή η έφεσή σου προς αυτόν και η αγάπη, όπως εσύ νομίζεις, θα σου απομείνη ένα έωλο ( ανούσιο ) πράγμα και αργό απ’ τα αγαθά. Γιατί δεν γνωρίζω, αν αυτός που παύθηκε απ’ την αγάπη και την έφεση προς τον Θεό, αν κουβαλά μαζί του κάποιο αγαθό ˙ που θεωρώντας το και συ κάποτε και κατανοώντας το μέγεθος της ατοπίας αυτών των αποφάσεων, λες μεταβαλλόμενος, όπως ακριβώς συνηθίζεις˙ « αυτό που θεωρείται με θαυμασμό κινεί την επιθυμία, και οράται πάντα με θαυμασμό η θεία ουσία απ’ τον κτιστό νου ˙ γιατί δεν την περιλαμβάνει κανένας κτιστός νους. Είναι αδύνατο άρα να ιλιγγιά η νοερή ουσία περί τη θεία θεωρία ».

309. Πώς κινεί λοιπόν, απωλείας άξιε σοφέ, αυτό που θεωρείται πάντα με θαυμασμό την επιθυμία και οράται πάντα κατ’ εσένα με θαυμασμό ο Θεός και θα παυθούν οι εφέσεις της νοεράς ουσίας, φθάνοντας η νοερά κτίση στο έσχατο τέλος, δηλαδή τον Θεό; Είναι μεγάλη ασχημοσύνη να τα νομίζης αυτά και αποφυγή της ιεράς διδασκαλίας και πίστεως και συμπόρευση και ομόνοια με την ελληνική θρησκεία. Αλλίμονό σου λοιπόν, γιατί ενώ τα γράφεις αυτά, λες ότι γράφεις κατά των Ελλήνων. Και γράφοντας φανερά ένα τόσο μεγάλο ψέμμα, επιγράφεις απ’ την αρχή του ακόμα το βιβλίο σου κατά των Ελλήνων, χωρίς ούτε τον Θεό να φοβάσαι, ούτε να ντρέπεσαι τους ανθρώπους, που πρόκειται να διαβάσουν το υπέρ των Ελλήνων βιβλίο σου! « Ο Θεός » λέει « ονομάζεται έτσι σύμφωνα με τους Έλληνες απ’ το θεάσθαι , που σημαίνει το να επισκέπτεσαι ή να οράς ».

310. Και τα ερμηνεύεις εν τάχει, κάνοντάς τα όλα ουσία, το να θεάσαι, το να επισκέπτεσαι, το να οράς, το να νοής τον Θεό, και μάρτυράς σου ο Αριστοτέλης, κι όχι κάποιος απ’ τους ιεροδιδασκάλους. Και πρόκειται ολοφάνερα για ενέργειες που προέρχονται απ’ τη δύναμη του Θεού. Αλλά καθιστάς εσύ και τις διάφορες ενέργειες με ατολμία θεία ουσία, χωρίς να ακολουθής την ιερά Εκκλησία, που λέει˙ δεν είναι ούτε η θεότητα αυτοουσία του Θεού, αλλά ιδέα ( δόξα )της ουσίας.

311. Και λέει ο μέγας Διονύσιος˙ « πώς είναι αυτός που βρίσκεται πέρα απ’ όλα πάνω κι απ’ τη θεαρχία κι απ΄την αγαθαρχία; αν εννοήσης ως θεότητα και αγαθότητα το ίδιο το πράγμα του αγαθοποιού και θεοποιού δώρου και την αμίμητη μίμηση του υπέρθεου και υπεράγαθου, που σύμφωνα μ’ αυτό θεούμαστε και αγαθυνόμαστε. Γιατί αν γίνεται αυτό αρχή της θέωσης και της αγαθοσύνης στους θεούμeνους και αγαθυνόμενους, αυτός που είναι πάνω από κάθε αρχή ως υπεράρχιος είναι πιο πέρα κι απ’ τις επονομαζόμενες θεότητα και αγαθότητα ως θεαρχία και αγαθαρχία » ( Ψευδο – Διονυσίου, Επιστολή Β΄, Γαΐω τω θεραπευτή). Αν δεν είναι λοιπόν η θεότητα κι η θεαρχία κι η αγαθαρχία ουσία του Θεού, πώς κατατολμάς να νομίζης και να διδάσκης ως άθεος κάθε θεία ενέργεια ουσία; 

312. Αλλά πρόσεχε, εσύ που νομίζεις πως είναι όλα όσα υπάρχουν στον Θεό ουσία του Θεού, μη θέσης τις θείες μετοχές στα κτίσματα, αλλ’ εννόησε, ότι έχει άκτιστες ενέργειες και αΐδιες η άκτιστη ουσία, που είναι άλλο κατά κάποιον τρόπο απ’ την ουσία και δεν είναι, μη γένοιτο, ουσία, όπως λέει η ιερά Εκκλησία˙ « όλα τα αθάνατα κι η ίδια η αθανασία και όλα όσα ζουν κι η ίδια η ζωή και όλα τα άγια κι η ίδια η αγιότης κι όλα τα ενάρετα κι η ίδια η αρετή κι όλα τα αγαθά κι η ίδια η αγαθότητα κι όλα τα όντα κι η ίδια η οντότητα συμβαίνει να είναι προφανώς έργα του Θεού. Αλλά τα μεν έχουν αρχίσει χρονικά να υπάρχουν, γιατί υπήρξε κάποτε, οπότε δεν ήταν, τα δε δεν έχουν αρχίσει χρονικά να υπάρχουν, γιατί δεν υπήρξε ποτέ, οπότε δεν ήταν η αρετή κι η αγαθότητα κι η αγιότητα κι η αθανασία. Κι αυτά που έχουν αρχίσει χρονικά, και είναι και λέγονται αυτό ακριβώς που και είναι και λέγονται, μετέχοντας σ’ αυτά που δεν έχουν αρχίσει χρονικά. Γιατί είναι δημιουργός κάθε ζωής και αθανασίας και αγιότητας και αρετής ο Θεός, καθώς έχει υπερουσίως εξαιρεθή από όλα, και αυτά που λέγονται και αυτά που νοούνται » (Μαξίμου Ομολογητού, Κεφάλαια γνωστικά, Α΄ μη΄).

313. Κι ακόμα˙ « ας αναζητούν οι σπουδαίοι, ποια πρέπει να νοούμε πως είναι τα έργα, που άρχισε να δημιουργή ο Θεός, και ποια πάλι, τα οποία δεν άρχισε. Γιατί αν κατέπαυσε από όλα τα έργα, που άρχισε να ποιή, είναι φανερό, πως δεν κατέπαυσε από εκείνα, τα οποία δεν άρχισε να ποιή. Μήπως είναι λοιπόν έργα μεν του Θεού που έχουν αρχίσει χρονικά να υπάρχουν όλα τα μετέχοντα όντα, όπως οι διάφορες ουσίες των όντων˙ γιατί έχουν αρχαιότερο απ’ το είναι τους το μη ον. Γιατί υπήρξε κάποτε, οπότε δεν ήταν τα μετέχοντα όντα, έργα δε του Θεού που δεν έχουν ίσως αρχίσει χρονικά να υπάρχουν τα μεθεκτά όντα, όπως η αγαθότητα και κάθε τι που εμπεριέχεται στον λόγο της αγαθότητας και απλώς κάθε ζωή και αθανασία και απλότητα και ατρεψία και απειρία και όσα ουσιωδώς θεωρούνται γύρο απ’ ( περί ) αυτόν, τα οποία και είναι έργα του Θεού και ( δεν ; )έχουν αρχίσει χρονικά. Γιατί δεν ήταν ποτέ αρχαιότερο απ’ την αρετή το να μην υπάρχη, ούτε από κανένα άλλο απ’ όσα έχουν αναφερθή, έστω κι αν εκείνα που μετέχουν σ’ αυτά έχουν αρχίσει τα ίδια χρονικά να υπάρχουν. Γιατί είναι άναρχη κάθε αρετή, που δεν έχει τον χρόνο αρχαιότερό της, σαν να έχη δηλαδή τον Θεό μονώτατο και αϊδίως γεννήτορα του είναι » ( ο.π. ).

314. Ακούς πώς κηρύττουν οι ιεροδιδάσκαλοι πως είναι άλλο οι θείες ενέργειες που προαποστέλλονται απ’ τη δύναμη του Θεού και είναι άκτιστες, τις οποίες και ονομάζουν μετοχές διαφορετικές στα διαφορετικά όντα, και πως είναι υπερκείμενη πάνω απ’ αυτές η ουσία του Θεού και πως αυτές μεν γνωρίζονται εκ μέρους, πως είναι δε καθολικά απερινόητη και άγνωστη σε κάθε κτιστή ουσία η ουσία του Θεού ; Αν κατείχες με όλη σου την προθυμία τις διδασκαλίες των θεοφόρων, δεν θα εξέπεφτες σε άτοπες έννοιες και σε ελληνικές φαυλότατες γνώμες, κι αυτά, ενώ αγωνίζεσαι, όπως λες, κατά των Ελλήνων. Και λες κι εσύ˙ «αυτό ακριβώς που είναι μερικώς διανεμημένο απ’ την αγαθότητα και τελειότητα στα διάφορα κτίσματα, υπάρχει ολόκληρο και καθολικά ενωμένο στον Θεό, όπως ακριβώς σε πηγή της αγαθότητας ».

315. Αν υπάρχουν λοιπόν όπως σε πηγή της όλης αγαθότητας τα μετεχόμενα του Θεού στα όντα, και δεν μετέχει κανένα απ’ τα όντα στην ουσία τού Θεού, απομένει να είναι διαφορετικό η θεία ουσία και άλλο τα μετεχόμενα στα διάφορα κτίσματα απ’ τον Θεό. Και έχει παραβληθή με πηγή μεν η θεία ουσία, αυτά δε που μετέχονται απ’ τα διάφορα κτίσματα και είναι απ’ την ουσία με κείνα ακριβώς που προέρχονται και πηγάζουν απ’ την πηγή της θείας ουσίας, όπως λέει κι ο Μέγας Βασίλειος˙ « είναι πηγή το Πνεύμα το άγιο των προαναφερθέντων αγαθών. Αλλ’ αυτό μεν που πηγάζει απ’ τον Θεό είναι ενυπόστατο, εκείνα δε που πηγάζουν απ’ αυτό είναι ενέργειές του » ( Κατά Ευνομίου Ε΄) ». 

Συνεχίζεται


ΣΧΟΛΙΟ: "Θα παυθή ποτέ, αμβλύτατε στη διάνοια, αυτός που έφθασε στον Θεό, που είναι ακριβώς το έσχατο τέλος, το άπειρο και αόριστο, θα παυθή ποτέ απ’ την αγάπη, τον έρωτα, τον θαυμασμό, τη χαρά και τους άλλους τους καρπούς του Πνεύματος ; κι αν ισχύη αυτό, θα γίνη πιο αδρανής και κατ’ εξοχήν υποτιμημένος, όταν θα φθάση στο έσχατο τέλος, δηλαδή στον Θεό ;"

Αυτό τό σημείο είναι άξιο προσοχής. Σήμερα η τήρηση τών κανόνων, όπως καί η εσχατολογική ακτίνα πού αγιάζει τήν Σύναξη γύρω από τόν επίσκοπο, νοούνται σάν τέλος καί γεννούν τήν αδράνεια, τόν τέλειο υπήκοο κάθε εξουσίας.  Καί βλέπουμε σήμερα τήν εκκλησία νά εναντιώνεται στόν ησυχασμό καί τήν αγιότητα επιλέγοντας τήν αδράνειά της καί τήν συμπόρευσή της μέ τήν λογική τού κόσμου.

Αμέθυστος
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...