Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

PAUL FRIEDLȀNDER ΠΛΑΤΩΝ (58)

                                   
                                    PAUL   FRIEDLȀNDER
                                                ΠΛΑΤΩΝ

                                               ΔΕΥΤΕΡΟΣ  ΤΟΜΟΣ
                                   ΤΑ  ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ  ΚΕΙΜΕΝΑ
                                           Πρώτη περίοδος
    ΔΕΥΤΕΡΗ ΟΜΑΔΑ  -  Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΠΡΩΙΜΩΝ ΔΙΑΛΟΓΩΝ
      
                                   10.  Ι Π Π Ι Α Σ   Ε Λ Α Σ Σ Ω Ν

     Ο Ιππίας έχει μόλις τελειώσει τη διάλεξή του «για τον Όμηρο», όχι όμως για εκείνον τον παλαιό, μεγάλον πατέρα και αποθανατιστή μιας ηρωϊκής ανθρωπότητας, αλλά για το πιο αγαπητό απ’ όλα ηθικό, εικονογραφημένο βιβλίο. Απέναντι στον ραψωδό Ίωνα, που μιλά κι αυτός, με το ‘δευτερεύον’ επάγγελμά του, για τον Όμηρο, είναι ένας ‘καθαρώτερος τύπος’ (Typus) ο Ιππίας, που μπορεί να μιλήση και για άλλους επίσης ποιητές, και δεν τον ‘αγγίζει’ έτσι η κατηγορία, ότι διαλέγει αυθαίρετα κάποιον μέσα από ένα «σύνολο». Για τον λόγο αυτόν δεν μπορεί όμως και ν’ ανακαλύψη κανείς, ούτε για να αστειευθή, κάτι από ‘μανία’ (Mania) σ’ αυτόν, και δεν αναδύεται καμμιά ανώτερη, όπως τού ποιητή, ύπαρξη πίσω απ’ την ύπαρξή του, αλλά θα αντιπαρατεθή αυτός μόνον, ως ο ‘πολύστροφος’ σοφιστής, στον φιλόσοφο.
      Ο Σωκράτης δεν συμφωνεί καθόλου μ’ αυτήν την ποιητική ερμηνεία, «εφ’ όσον είναι αδύνατον να ερωτηθή ο Όμηρος, τί σκεφτόταν όταν έγραφε αυτούς τούς στίχους (365 CD), όπως αντιτάσσεται με εντελώς παρόμοια λόγια και στον «Πρωταγόρα» (347 Ε) στην πρόταση, να κληθή ένας ποιητής ως μάρτυρας και να διαφιλονικηθή, τί είχε πραγματικά εννοήσει. Ακόμα και η αντίθεση του σοφιστικού λόγου προς τη σωκρατική διαλεκτική, που προσδιορίζει ισχυρότατα τον «Πρωταγόρα», αντηχεί κι εδώ παντού, έστω κι αν δεν φτάνη με τίποτα σε κείνην την ένταση (364 Β, 369 Β κ.ε., 373 Α). Και δεν είναι ίσως ούτε κι εδώ συμπτωματικό, όταν έχη συνηθίσει μάλιστα να βλέπη κανείς τη σημασία τών πλατωνικών ‘χώρων’, ότι έλαβε χώρα «μέσα» η διάλεξη, ενώ διεξάγεται πλέον κάπου οπουδήποτε έξω, σε ελεύθερο χώρο ο σωκρατικός έλεγχος (364 Β). Όπως χρησιμοποιεί όμως επιδέξια τον ξένον τρόπο στον «Πρωταγόρα» ο Σωκράτης, έτσι συγκαταβαίνει κι εδώ στο σοφιστικό επίπεδο με το ερώτημά του για την ‘ιεράρχηση’ των ομηρικών ηρώων (ποιος είναι δηλ. «καλύτερος», ο Αχιλλέας ή ο Οδυσσέας), γνωρίζοντας να κινηθή και σ’ αυτό το επίπεδο με δεξιοτεχνία. Χωρίς να ανοίγη βέβαια ο ίδιος και αφ’ εαυτού του τη συζήτηση, αλλά με την παρακίνηση ενός οπαδού τού Ιππία, ενός κάποιου Εύδικου, που τον συναντάμε μόνο στην αρχή και σε ένα αποφασιστικό, άλλη μια φορά, σημείο τού διαλόγου. Το γιατί είναι γενικώς εκεί ο Εύδικος, θα γίνη στο τέλος σαφές. Προσωρινά όμως μοιάζει, σαν να χρειαζόταν αυτήν την εξωτερικήν ώθηση ο Σωκράτης.
    Ο Αχιλλέας είναι ο καλύτερος (ο πιο ανδρείος), κι ο Οδυσσέας ο πιο ‘πολύστροφος’ (πολυμήχανος…), διατυπώνει ο σοφιστής. Αποσαφηνίζει όμως τότε – και την αποσαφηνίζει αμέσως! – ‘στοχαστικά’ (‘διανοητικά’…) αυτήν την τελευταία προσηγορία, που ταιριάζει μεν στον ποιητή, όχι όμως και στον στοχαστή, ο Σωκράτης: «παραπλανεί» (ή «ψεύδεται, κι είναι ικανός στο να ξεγελά», είναι ψευδής) ο Οδυσσέας, και του αντιτίθεται ως «αληθής» και «ευθύς» (αληθής, απλούς) ο Αχιλλέας. Κι ας μην παραβλέψουμε, ότι θέτει δίπλα σε κείνους τούς δυό ήρωες τον Νέστορα, ως τον «σοφώτερον», ο Ιππίας, κι ότι επαναλαμβάνει αυτήν την κρίση ο Σωκράτης (364 Ε). Δεν συμπεριλαμβάνεται βέβαια και ο Νέστωρ στη συζήτηση, αλλά δεν κρύβεται  πίσω απ’ όλην την ‘πολυστροφία’ που ακολουθεί, ακριβώς η «σοφία» - αρκεί να γνώριζε κανείς ν’ ασχοληθή μαζί της;
          Για να προχωρήση, πρέπει να απομακρυνθή κατ’ αρχάς (365 C 8) απ’ τον Όμηρο, στον οποίον και θα επιστρέψη αργότερα ο Σωκράτης (369 Ε), ο διάλογος, και βρισκόμαστε τώρα για πρώτη φορά εντελώς στο σωκρατικό στοιχείο, καθώς δεν εμφανίζεται μόνον η εναλλαγή ερώτησης και απάντησης στη θέση τού σοφιστικού ‘μονολόγου’ (τής διάλεξης…), αλλά και η συζήτηση για τα ίδια τα πράγματα στη θέση τής συζήτησης για τον Όμηρο. Είναι λοιπόν κατ’ αρχάς «ικανός» (δυνατός) και «έξυπνος» (φρόνιμος) στο πεδίο τής αναληθείας του ο «αναληθής»· ικανός να ξεγελά «όποιον θέλει» και σε «ό,τι θέλει», για την ακρίβεια. Και αποδεικνύει τώρα με το παράδειγμα των μαθηματικών επιστημών ο Σωκράτης – τις οποίες ισχυρίζεται βέβαια πως κατέχει, ως ‘παντογνώστης’, ο Ιππίας - , ότι θα μπορούσε να πη στο συγκεκριμένο αντικειμενικό πεδίο εξίσου την αλήθεια όσο και την πλάνη (το λανθασμένο) αυτός που γνωρίζει, και μάλιστα καλύτερα και τα δυό απ’ αυτόν που δεν γνωρίζει. Και συγκεντρώνεται έτσι σε ένα πρόσωπο η ικανότητα, να πης το αληθινό και το αναληθές – κάτι που είναι με ‘ακραίον’ τρόπο σωστό. Ενώ οδηγεί το επόμενο, και εντελώς μικρό φαινομενικά βήμα, στην πλάνη τον σοφιστή – καθώς και τον απρόσεχτο αναγνώστη: είναι λοιπόν ένα και το αυτό πρόσωπο ο αληθής κι ο αναληθής!
     Δεν μπορεί να αντιλέξη σ’ αυτό ο Ιππίας, και επιστρέφει έτσι στην ερμηνεία τού Ομήρου ο Σωκράτης, όπου και γνωρίζει να κινηθή με την επιδεξιότητα του σοφιστή, ή και ακόμα πιο επιδέξια. Είναι λοιπόν ψευδής και αληθής ταυτόχρονα ο Οδυσσέας, το ίδιο και ο Αχιλλέας, του οποίου την πονηριά αποδεικνύει με εξίσου ισχυρή ‘ομηρικότητα’ όπως και ‘σοφιστεία’, απ’ την ένατη ραψωδία τής Ιλιάδας ο Σωκράτης, ώστε να εξαφανίζεται εντελώς η ‘αντίθεση’ των χαρακτήρων. Εδώ αισθάνεται όμως ότι ‘επλήγη’ στο ίδιο του το πεδίο κυριαρχίας ο Ιππίας, που πολεμά αποφασιστικά και με όλο του το δίκιο κάθε σύγχυση. Εκεί όμως ακριβώς που νομίζει ότι βρήκε τη διαφορά, στο ότι σφάλλει δηλ. συνειδητά ο Οδυσσέας, ενώ υποχρέωσε η κατάσταση τον Αχιλλέα, που θα έπραττε αλλιώς με σωφροσύνη, εκεί ακριβώς επεμβαίνει και ο Σωκράτης: πράττει γνωρίζοντας (εν γνώσει του…) ο Οδυσσέας, όχι όμως και ο Αχιλλέας, και είναι ‘ανώτερος’ έτσι ο Οδυσσέας απ’ τον Αχιλλέα, ο «καλύτερος» (371 Ε), - ενώ ήταν στην αρχή (363 Β) ο Αχιλλέας, σύμφωνα και με τη λαϊκή εκτίμηση, ο «καλύτερος» (αμείνων), ο «πιο γενναίος» με μιαν πιο περιορισμένην έννοια. Και φτάσαμε μέχρι την πιο ακραίαν έτσι ανατροπή. Τί να σημαίνη όμως αυτό το παιχνίδι που ‘παίζει’ με τον Ιππία ο Σωκράτης;
      Η παράδοξη ταύτιση αυτού που παραπλανά μ’ αυτόν που λέει την αλήθεια σημαίνει (παρ’ όλ’ αυτά…) κάτι καλό, και δείχνει με τον πιο σαφή τρόπο ο ίδιος ο Σωκράτης αυτό το νόημα, εφ’ όσον γνωρίζει καλύτερα απ’ όλους τούς σοφιστές να παραπλανά. Η παραδοξότητα όμως, ότι «μοιάζει» στον Οδυσσέα ο Αχιλλέας, ή και η ‘υπερβολή’, ότι είναι «καλύτερος» απ’ τον Αχιλλέα ο Οδυσσέας, δεν έχει πια κανένα νόημα και πρέπει απλώς να μας καταστήση προσεχτικούς, με το ότι δεν μπορεί παρά μόνο να την αμφισβητήση, αλλά όχι και να την καθαιρέση ο σοφιστής, ως προς την κρυμμένη ‘δυσκολία’ τής όλης συζήτησης. Εννοούν δηλ. κάτι εντελώς διαφορετικό οι δυό συζητητές με τη λέξη «παραπλανητικός» (ψευδής). Εννοεί έναν ψευδόμενον άνθρωπο, που βρίσκει χαρά ή και όφελος στο ψέμμα, ο Ιππίας, ενώ εννοεί εκείνον που ‘ψεύδεται’ σε συγκεκριμένην περίπτωση ο Σωκράτης, που μπορεί όμως να μιλήση εξίσου καλά και αληθινά, και ο οποίος χρησιμοποεί, ως άνθρωπος που γνωρίζει, το ένα ή το άλλο ως μέσον για τον σκοπό του, «το Αγαθό». Αποσαφηνίζοντας λοιπόν εκείνην την ασάφεια ανάμεσα στις δυό αντιλήψεις περί «παραπλάνησης» ή «ψεύδους» ο Πλάτων, επιδρά και παιδαγωγικά, αν όχι στον φαντασμένον Ιππία, μπορεί ωστόσο στον Εύδικο που ακούει, και στον προσεκτικόν ασφαλώς αναγνώστη.
     Ο αναγνώστης πρέπει να ξεκινήση αμέσως στο σημείο, όπου ‘ανυψώνει’ τη συζήτηση απ’ το επίπεδο της ομηρικής ερμηνείας στο επίπεδο των αρχών και εννοιών ο Σωκράτης (365 Β). Ο οποίος και ρωτά, αν υπάρχη μια «ανικανότητα», μια  αδυναμία ή μια ισχύς στο «ψεύδεσθαι». Όπου και αποφασίζει με έμφαση (emphatisch) για την ισχύ ο σοφιστής. Συμφωνώντας κανείς μαζί του, πρέπει και να προσθέση αμέσως, μαζί με τον «Ιππία μείζονα» (295 Ε – 296 D), ότι δεν είναι παντελώς κάτι το «ωραίο» αυτή η ικανότητα. Και θα αποφάσιζε κανείς σωστότερα για την αδυναμία, καθώς φωτίζει αυτήν την πλευρά συγκρίνοντάς την με την ασθένεια ο Σωκράτης. Και θα έλεγε κανείς ότι είναι, με την έννοια του Πλάτωνα, ελάττωμα στην πραγματικότητα, αδυναμία και ασθένεια, έτσι όπως το καταλαβαίνει ο Ιππίας και το καταλαβαίνει και το πλήθος, το ‘ξεγέλασμα’, και είναι μόνον όπως το ασκεί ο Σωκράτης μια ικανότητα, που φέρνει μάλιστα το ακριβώς αντίθετο (δηλ. την αλήθεια…) αποτέλεσμα. Έχουμε αμέσως δε μετά, μιαν επαναλαμβανόμενη τρεις και τέσσερις φορές έννοια της θελήσεως: Ικανός είναι ο καθένας, που κάνει «αυτό που θέλει, όταν το θέλη». Θα δειχθή αργότερα ότι «κανείς δεν θέλει το κακό» στον «Μένωνα» (78 Β), και θα αποσαφηνιστή η διαφορά ανάμεσα  στην αληθινή θέληση και την ‘αρέσκεια’ (βούλομαι – δοκεί μοι) στον «Γοργία» (466 D κ.ε.), όπου και θα αποδειχθή, ότι σκοπεύει πάντα στο αγαθό η αληθινή θέληση, κι ότι δεν είναι μια ισχύς, αλλά μάλλον μια ανικανότητα το να πράττης, όχι σύμφωνα με τους πολλούς και την κοινήν άποψη, αλλά αυθαίρετα. ‘Περικλείεται’ ήδη σαν ένα αίνιγμα αυτό εδώ, αν υπολογίση κανείς όμως και τη ‘λύση’, ότι δεν μπορεί παρά να «θέλη» το καλό κανείς στην πραγματικότητα, τότε θα απαντηθή αναδρομικά και το πρώτο ερώτημα του Σωκράτη: δεν είναι παρά μια ανικανότητα αυτό που καταλαβαίνουμε συνήθως με τη λέξη «εξαπάτηση», ανικανότητα για το καλό. Και δύναμη είναι μόνον εκείνο το – σωκρατικό – ‘ξεγέλασμα’, με το οποίο και «θέλουμε» το καλό.
     H ίδια ‘λύση’ περιέχεται και στο τελικό συμπέρασμα: στην ταύτιση του «αληθούς (ειλικρινούς)» και του «απατηλού», που είναι μόνον τότε κάτι περισσότερο από ένα σοφιστικό τέχνασμα, και σκοπεύει μόνον τότε με την παραδοξότητά της σε κάτι το ουσιαστικό,  όταν είναι ακριβώς εκείνος ο άνθρωπος, που μπορεί ταυτόχρονα να ξεγελά και να λέη την αλήθεια, ένας σοφός. Ο οποίος και θα μιλήση μόνον όταν το «θέλη», όταν σκοπεύη δηλ. μ’ αυτό στο «Αγαθό», ‘ψευδώς’.
      Όποιος εξαπατά εκούσια, είναι καλύτερος από κείνον που εξαπατά ακούσια, ορίζει ο Σωκράτης στο τέλος του πρώτου μέρους. Σίγουρα. Γιατί συνάπτεται στενώτατα η σωκρατικο-πλατωνική έννοια της εκουσιότητας (ή αυτοβουλίας…) με την σωκρατικο-πλατωνική έννοια του Αγαθού: ‘εφορμά’ μόνον «εκούσια» και «αυτοβούλως» κανείς προς το Αγαθό και αποφεύγει το Κακό (Πρωταγόρας 358 Α κ.ε., Πολιτεία 412 Ε κ.ε., Νόμοι 731 C, 860 D κ.ε.). Κι όταν διαπράττη κανείς, αυθόρμητα φαινομενικά, μιαν αδικία, υπάρχει ένα λάθος και μια ασθένεια της ψυχής εκεί, ώστε να πράττη «ακούσια» (άκων…) στην πραγματικότητα   (( Σημ. τ. μετ.: ‘Ανακαλύπτει’ εδώ για πρώτη φορά μετά την πτώση η ανθρωπότητα, ότι δεν υπάρχει στην αληθινή φύση τής ψυχής μας το κακό… )) . Μπορούμε λοιπόν να καταλάβουμε εκείνην τη σωκρατική παραδοξότητα, ‘ακούγοντας’ παντού το ‘ξεγέλασμα’ αυτού που γνωρίζει και είναι αγαθός, και όχι το ψέμμα στη λέξη ‘ψεύδεσθαι΄. Ο Ιππίας κατασκευάζει αντίθετα απ’ την παράδοξη, αλλά εντελώς σωστή φράση τού Σωκράτη, και για να του αποδείξη πως έχει λάθος, την εξής θέση (These): ότι θα έπρεπε να είναι τότε καλύτερος κι απ’ αυτόν που ακούσια αδικεί, όποιος αδικεί εκούσια. Δεν έχει άρα ακόμα αντιληφθή, ότι δεν είναι δυνατόν να συνιστά μιαν «αδικία» το «ξεγέλασμα» του Σωκράτη. Ενώ διευκρινίζουμε εμείς ακόμα μια φορά μ’ αυτήν την παρεξήγηση, το αληθινό νόημα της λέξης στα χείλη τού Σωκράτη.
      Πρεσβεύει τώρα, απέναντι στην ‘υπεροχή’ αυτού που εκούσια σφάλλει, τόσο τη γενική άποψη (δοκεί) όσο και την αυθεντία τών νόμων ο Ιππίας, και θα μπορούσε να εκφράση μέσω τού Σωκράτη πως συμφωνεί με τον σοφιστή ο Πλάτων - που συζητά εξάλλου τη νομική διαφορά μεταξύ εσκεμμένου και ακουσίου αδικήματος σ’ ένα επεισόδιο (Episode) των «Νόμων» του (860 Ε κ.ε.) - , και να εξηγήση καλύτερα, όπως και στους «Νόμους», τη ‘φύση’ τής εκουσιότητας όπως την εννοεί ο Ιππίας. Θα συγκάλυπτε όμως απλώς τη βασική αντίθεση μια τέτοια ‘συμφωνία’, κι αναθέτει έτσι στον Σωκράτη το εξής έργο ο Πλάτων: να ανυψώση στον ανώτατον μάλλον βαθμό την ‘ατοπία’, να οικειοποιηθή την εντελώς παράλογη συνέπεια όσων ισχυρίστηκε ο Ιππίας, και να τη βοηθήση να ‘νικήση’. Αν διεξήλθε λοιπόν μια φράση που ήταν παράδοξη (paradox) μεν αλλά πολυσήμαντη και δεν ‘περίμενε’ παρά τη σωστή της ερμηνεία το πρώτο μέρος τού διαλόγου, διεξέρχεται τώρα μια φράση  που απορρίπτεται ακόμα και με την πλατωνική έννοια και δεν ‘περιμένει’ παρά τη σωστή της ‘λύση’ το δεύτερο μέρος, ‘λύση’ που δεν εμφανίζεται ωστόσο, όπως δεν εμφανίστηκε και η σωστή εξήγηση στο πρώτο μέρος.
     Καλείται ωστόσο με τον πιο ισχυρόν τρόπο να λύση αυτό το μπερδεμένο ‘κουβάρι’ ο αναγνώστης, όταν παραδέχεται ευθύς εξαρχής και μετά ξανά στο τέλος την αμφιταλαντευόμενη αβεβαιότητά του (πλανώμαι περί ταύτα – 372 D, 376 C), εξαίροντας μάλιστα τη χαρά του να μαθαίνη και πάλι πάντοτε να αναθεωρή τις απόψεις του, ως το προτέρημα ακριβώς τής αγνοίας του (372 Β) ο Σωκράτης   (( Σημ. τ. μετ.: Είναι φανερό, ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να βοηθήση ούτε τον εαυτό του ούτε και κανέναν άλλον, αν δεν ακολουθήση αυτό το ‘ταπεινό’ παράδειγμα και την αυτογνωσία τής ελληνικής φιλοσοφίας: «Γνώθι σαυτόν». Κάτι που το αρνήθηκε μάλλον, με τη βία μιας βίαιης υπεροχής, η κυρίαρχη και σήμερα ‘Δύση’. Στην οποία δυστυχώς και εμείς πια «ανήκουμε»… )) . Τον οποίον και κατηγορεί αμέσως μετά, στο μοναδικό σημείο όπου παρεμβαίνει και πάλι στη συζήτηση ο Εύδικος, ότι δημιουργεί κακοήθη σύγχυση (αεί ταράττει εν τοίς λόγοις καί έοικεν ώσπερ κακουργούντι – 373 Β) παίζοντας ειρωνικά με την υπό συζήτηση έννοια του «εκούσιου», ο Ιππίας: πως δεν το κάνει δηλ. εκούσια αλλά ακούσια. Οδηγείται πάντως εντελώς θεληματικά στη σύγχυση απ’ αυτήν τη (σωκρατική…) ‘πανουργία’ ο Ιππίας. Και μόνον αν δη κανείς μιαν κακοήθεια, όπως ο Ιππίας, εδώ, δεν είναι ηθελημένη, όπως και δεν μπορεί να είναι καν ηθελημένη σύμφωνα με τη βασική πρόταση του Σωκράτη, αυτή η κακοήθεια.
     Αποτελεί ένα ‘προμήνυμα’ (παρά έναν ‘απόηχο’) εκείνου τού οξύτερου αγώνα μεταξύ Σωκράτη και σοφιστών στον «Πρωταγόρα» αυτό το επεισόδιο, όπου και παρεμβαίνει σ’ ένα αποφασιστικό επίσης σημείο (348 C) ‘διαμεσολαβώντας’ κάποιος άλλος (ο Καλλίας).
       Για να αποδείξη το παράλογο, φέρνει  μια σειρά από παραδείγματα ο Σωκράτης – ο οποίος και είναι ο ‘εφευρέτης’ τού επαγωγικού συμπεράσματος για τον Αριστοτέλη (Μεταφ. Μ 4, 1078 b 28), που θέτει μάλιστα αυτήν ακριβώς την επαγωγική σειρά τού διαλόγου «Ιππίας» υπό την κριτική του (Μεταφ. Δ 29, 1025 a 6-13) - , παραδείγματα στα οποία και υπερέχει λοιπόν παντού απ’ αυτόν που ακούσια σφάλλει εκείνος που διαπράττει εκούσια ένα σφάλμα. Έχει τη δυνατότητα και για το ένα και για το άλλο, για το προτέρημα και για το ελάττωμα, αυτός που γνωρίζει, κι αν δεν ακούγεται εδώ όπως ακριβώς στον «Ίωνα» η έννοια του «Όλου», μπορούμε ωστόσο να συμπεράνουμε απ’ την όλη διατύπωση και κατάσταση των πραγμάτων, ότι ‘εξουσιάζει’ κάθε φορά το σύνολο του σχετικού πεδίου εκείνος που γνωρίζει. Και ‘ανεβαίνει’ απ’ το σωματικό στο ψυχικό ‘πεδίο’ ο Σωκράτης. Είναι καλύτερη η ψυχή ενός τοξότη π.χ., που τοξεύει και ‘πλανάται’ εκούσια δίπλα απ’ τον στόχο, παρά αν το κάνη χωρίς τη θέλησή του, και καλύτερη η ψυχή ενός γιατρού, αν βλάψη εκούσια ένα σώμα (εκούσα κακά εργαζομένη). Μπορούμε βέβαια να φανταστούμε να ‘αστοχή’ εκούσια ένας τοξότης. Ενώ πρέπει να ξεκαθαρίσουμε, πως βρίσκεται σε αντίφαση με την ίδια του τη φύση βλάπτοντας πραγματικά έναν ασθενή ο γιατρός. Εφ’ όσον επιδιώκει ουσιωδώς την υγεία η ιατρική πράξη (Ευθύφρων 13 Β, Ευθύδημος 291 Ε), και δεν είναι παρά μέσα στη διαδρομή προς την υγεία οι πόνοι και τα βάσανα μιας θεραπείας (Γοργίας 467 C). ‘Ανέρχεται’ όμως τώρα πάνω κι απ’ την κλίμακα των ψυχικών ‘δραστηριοτήτων’, προς την ίδια την ψυχή, τη «δική μας ψυχή» ο Σωκράτης, ενώ ‘συγκαλύπτεται’ απ’ τα πολλά βήματα που φαινομενικά το προετοιμάζουν, αυτό το βήμα ή το άλμα απ’ το ‘έμμεσο’ στο ‘ιδιαίτατο’ – στην «ύπαρξη». Βρισκόμαστε εντελώς ξαφνικά, μπροστά στο αποφασιστικό ερώτημα για το πώς πρέπει να ζούμε, στην πραγματικότητα. Και είναι εδώ που ξεσπά τελικά, αφού φανή να αποδεικνύεται πως είναι καλύτερη όταν διαπράττη εκούσια, παρά ακούσια ασχήμιες η ψυχή μας  μέσα απ’ τα πολλά παραδείγματα, ο Ιππίας, που δεν μπορεί παρά να εκφέρη  κάποια λιγοστά ωστόσο λόγια διαμαρτυρίας, έτσι ώστε να πρέπη να πάρη τη θέση του και να ρωτήση, αν επιτρέπεται να διαπράττη γενικά ασχήμιες, κι αν θα μπορούσε να το κάνη μάλιστα αυτό εκούσια μια ψυχή, ο ίδιος ο αναγνώστης.
      Μας βοηθάει ένα ακόμα βήμα παραπέρα, φέρνοντας σε μεγαλύτερη σύγχυση τον Ιππία εδώ ο Σωκράτης. Είναι μια «ικανότητα» (δύναμις), λέει κατ’ αρχάς, ή μια «γνώση» (επιστήμη), ή και τα δυό η δικαιοσύνη. Είναι λοιπόν περισσότερη δύναμη ή περισσότερη γνώση ή περισσότερα και τα δυό η ‘περισσότερη’ δικαιοσύνη.  Και βρισκόμαστε έτσι στην καλύτερην ‘οδό’ για να δούμε, ότι δεν θα μπορούσε να μεταβληθή (να εκκλίνη…) προς την αντίθετη κατεύθυνση μια ψυχή που ακολουθεί τη φύση της, που είναι άρα δίκαιη, δυνατή δηλ. και ‘γνωστική’. Θα ανασυρθή ωστόσο τώρα το συμπέρασμα που δεν καταρρίφθηκε προηγουμένως, ότι θα μπορούσε να πράττη δηλ. σε κάθε πεδίο τόσο το καλό όσο και το κακό αυτός που γνωρίζει, ο ειδήμων.  Και ‘ανακάμπτεται’ έτσι η λογική απαγωγή, και αποδίδεται η ικανότητα μιας εκούσιας αδικίας στην ισχυρότερη και καλύτερη ψυχή, σαν να ήταν ένα οποιοδήποτε επαγγελματικό πεδίο, όπως το να καταμετράς ή να τοξοβολής, η αδικία, και σαν μην είχε σχεδόν αναγνωρισθή ως μια γνώση (και μια δυνατότητα, ένα ‘δύνασθαι’ ) της ψυχής προηγουμένως η δικαιοσύνη. Tο πόσο κοντά βρισκόμαστε δε στη ‘λύση’, μας το δείχνει η προσθήκη ότι, «όταν πράττη το άδικο»,  θα το πράξη εκούσια η δίκαιη και ‘σωστή’ ψυχή, κι αμέσως μετά το συμπέρασμα, πως δεν θα μπορούσε να είναι κανένας άλλος παρά ο Αγαθός αυτός που ‘σφάλλει’ εκούσια ενεργώντας άσχημα και άδικα, «αν υπάρχη ασφαλώς ένας τέτοιος». Και τελειώνει με τον πιο πειστικό τρόπο μ’ αυτά τα λόγια η συζήτηση, στην οποία και ακολουθεί ένας μικρός μόνον επίλογος. Φτάσαμε όμως κι εμείς πολύ κοντά στη φύση (στην ουσία…) τής ψυχής, ώστε να αντιληφθούμε, ότι δεν αδικεί, ακριβώς κατά τη φύση της, η δίκαιη ψυχή, κι ότι δεν μπορεί και να αδικήση κανείς κατά τη φύση του εκούσια.
       Δεν μπορεί ωστόσο ούτε να συμφωνήση ούτε να αντιλέξη ο σοφιστής. Κι αναφέρεται ακριβώς στην ‘αμφιταλάντευσή’ του με τα τελευταία του λόγια ο Σωκράτης. Ας ‘επισκοπήσουμε’ όμως εμείς άλλη μια φορά το σύνολο. Η φράση τού πρώτου μέρους, πως όποιος λέει με τον καλύτερον τρόπο την αλήθεια, μπορεί και να παραπλανήση με τον καλύτερον τρόπο, είναι επικίνδυνα ‘ακραία’ (‘οξυμμένη’…) και όμως σωστή. Όπως ‘απαντά’ σ’ αυτήν, όχι μόνον η παραδοξότητα (Paradoxie) του διαλόγου «Θρασύμαχος» (Πολιτεία Ι 334 Α), ότι «είναι» δηλ. «ταυτόχρονα ο καλύτερος κλέφτης ο καλύτερος φρουρός», αλλά και η εντελώς σοβαρή συζήτηση του «Φαίδρου» (262 Α), πως θά ’πρεπε να γνωρίζη την «αλήθεια» όποιος θα ήθελε να ξεγελάση, χωρίς να ξεγελαστή κι ο ίδιος. - Η δεύτερη φράση, ότι είναι καλύτερος απ’ όποιον ακούσια αδικεί εκείνος που αδικεί εκούσια, είναι μεν με τη ‘λαϊκή’ έννοια και με την έννοια της ισχύουσας περί δικαίου άποψης λανθασμένη, και μάλιστα εγκληματική, δίχως νόημα όμως, επειδή είναι πλήρως αντιφατική, με την έννοια του Σωκράτη. Παρατηρώντας μάλιστα την αντίθεση των δύο αυτών θέσεων, όπου αναπτύχθηκε βέβαια απ’ την πρώτη η δεύτερη, ‘επέστρεψε’ με την αναστροφή τής δεύτερης και η πρώτη στη σωστή της έννοια: αποκλείεται το κακόβουλο ξεγέλασμα ή εξαπάτηση. Και ζωντανεύει έτσι το ερώτημα, σε τί διαφέρουν τελικά το ξεγέλασμα όπως το εννοεί ο Σωκράτης, κι εκείνο που εννοεί ο Ιππίας. Θα έπρεπε να συμπεριλάβη «το Αγαθό» ως σκοπό η απάντηση, όπως συναντάται εξάλλου και η λέξη «ο Αγαθός» στο τέλος τής πραγματικής συζήτησης (376 Β 6). Ενώ απαιτεί, για να αναλυθή, σαφήνεια (καθαρότητα, διαύγεια…) για τη φύση τής «δικαιοσύνης» και για την έννοια του «εκούσιου» και του «ακούσιου», να κατανοήση δηλ. κανείς τη φύση της ψυχής, η δεύτερη φράση. Υπάρχουν λοιπόν, όπως βλέπουμε, ακριβώς κάτω απ’ την ‘επιφάνεια’ τα ουσιαστικά προβλήματα του «Πρωταγόρα», του «Γοργία», ακόμα και της «Πολιτείας» εδώ.
     Περιέχει ωστόσο και άλλα, ‘αξεδίπλωτα’ πράγματα ο διάλογος. Γιατί αναφέρεται άραγες, ακριβώς στην έννοια της «απάτης» η συζήτηση; Αντιπαρατίθεται, όπως στον «Μεγάλον Ιππία» και στον «Πρωταγόρα», στον σοφιστή κι εδώ ο φιλόσοφος. Ενώ είναι όμως η ωραιότητα και η αρετή (Arete) το αντικείμενο εκεί τής συζήτησης, ‘συζητείται’ η βασική γενικά σοφιστική στάση, το ψεύδος (Pseudos), εδώ στον «Ιππία ελάσσονα», και βρίσκεται η σωκρατική ύπαρξη που αποβλέπει στο αληθινά Είναι, το Αγαθόν (Agathon), απ’ την άλλη μεριά, που δεν ονομάζεται μεν πουθενά, το βλέπουμε όμως συνεχώς από ‘απόσταση’, και που θα μας έλυνε το κάθε ‘αίνιγμα’ αν το διαθέταμε. Και αποδεικνύει βέβαια ζωντανά, «ξεγελώντας» ως φαινομενικά εδώ σοφιστής τον αντίπαλό του ο Σωκράτης, πως μπορεί (πράγματι…) να ξεγελά καλύτερα όποιος γνωρίζει την αλήθεια από εκείνον που δεν τη γνωρίζει, κι ότι είναι «καλύτερος» εκείνος που έτσι «εκούσια» ξεγελά από κείνον που ξεγελά ακούσια, κι όχι μόνο με την έννοια μιας υψηλότερης ‘δεξιοτεχνίας’, αλλά κι επειδή προσεγγίζει πλησιέστερα το Αγαθό «καλύτερος». Συνιστά έτσι τη διαυγέστερη παρουσίαση εκείνου τού σωκρατικού τρόπου ‘ύπαρξης’ (τρόπου Είναι…), που συναντάται αναμεμειγμένος με τα πιο ποικίλα προβλήματα σε όλους τούς πρώιμους διαλόγους, αλλά και βαθειά πέρα στα ωριμότερα πλατωνικά έργα, αυτός ο διάλογος: κυριαρχεί, σκοπεύοντας στο «Αγαθό», σε όλα τα σοφιστικά μέσα, και είναι ο παιδαγωγός που ‘ξεγελά’ κοιτάζοντας στο σωστό ‘τέλος’ ο Σωκράτης. Και μπορούμε να εννοήσουμε και εξ αυτού ίσως, ότι παρίσταται αναγκαία εδώ ο Εύδικος. Γιατί ‘ζητά’ κάποιον να την αποδεχθή ως διδασκαλία μια τέτοια σωστή ‘παραπλάνηση’, και πρέπει άρα να είναι κάποιος άλλος παρών, εφ’ όσον δεν νουθετείται (με τίποτα…) ο σοφιστής. (Δεν θα θέλαμε να το φανταστούμε ασφαλώς, αλλά μήπως δεν μας ‘παρακινεί’ προς το Αγαθό και το Δίκαιο με το όνομα Εύ-δικος ο Πλάτων, που διεξάγει εξάλλου τόσο ‘ευχάριστα’ με τα γεμάτα σημασία ιδιαίτερά του ονόματα το σοβαρό του ‘παιχνίδι’;)
      Θα αντιπαραθέση πολύ αργότερα μια γνήσια τέχνη τού λόγου απέναντι στη σοφιστική ο «Φαίδρος», η οποία και γνωρίζει εκεί «ποιο είναι πραγματικό απ’ τα πράγματα που υπάρχουν» (262 Β 7). Μόνον όποιος γνωρίζει την αλήθεια μπορεί να προχωρήση με σιγουριά και απαρατήρητα ‘ξεγελώντας’ τον άλλον κατά τη (λογική…) απαγωγή. Και ‘αναδύεται’ έτσι η εικόνα μιας άλλης τέχνης τού λόγου απέναντι στη σοφιστική ρητορική (Rhetorik) τής δίχως καμμιάν αρχή «αποπλάνησης των ψυχών», μιας τέχνης που ‘επενεργεί’ με τον πιο σίγουρο τρόπο, γνωρίζοντας ακριβώς «αυτό που υπάρχει και υφίσταται», την αλήθεια και το ‘ξεγέλασμα’. Είναι πράγματι η αντίθεση (Antithese) αυτού τού «Ιππία ελάσσονα» που αναπτύχθηκε στα δυό βασικά συστήματα γλωσσικής έκφρασης, και στις δυό μ’ αυτό μορφές ύπαρξης, στον «Φαίδρο». Για να καταλάβη τελικά τον περισσότερο ‘χώρο’ στον ομώνυμό του διάλογο («Σοφιστής»…) το ερώτημα για τη φύση τού σοφιστή. Ενώ παραμένει τρόπον τινά στο περιθώριο και ‘θεωρείται’ μόνον κατά τύχη σαφώς εδώ κι εκεί, αν και γι’ αυτήν πρόκειται στην πραγματικότητα, η ύπαρξη (Existenz) του φιλοσόφου. Είναι φανερό βέβαια ότι, εφ’ όσον καταπιάνεται με όλα τα ‘αντικείμενα’ στους εριστικούς του διαλόγους, δεν μπορεί να απαιτήση τη γνώση ο σοφιστής (235 Α). Και μας θυμίζει τον δικό μας «Ιππία» αυτή η βασική φράση τού «Σοφιστή», όπου και φωτίζει ειρωνικά την υποτιθέμενη παντογνωσία τού συγκεκριμένου σοφιστή ο Σωκράτης (366 C κ.ε.), επισημαίνοντας ότι δεν θα μπορούσε καν να κατανοήση κάτι το σωστό απ’ όλες αυτές τις επιστήμες και τέχνες στ’ αλήθεια ο Ιππίας. Όπως βρίσκεται δε η έννοια του ψεύδους (Pseudos) στο κέντρο τού «Ιππία», έτσι είναι αφιερωμένος στα κεντρικά φιλοσοφικά του μέρη εντελώς στην ανάλυση (Analyse) αυτής τής έννοιας και στην απόδειξη ότι ναι, είναι δυνατόν να υπάρχη το ψεύδος, ο «Σοφιστής». Μπορεί μάλιστα να εξασκή καλύτερα απ’ τον σοφιστή το ψεύδος ο φιλόσοφος στον «Ιππία».  Αλλά θα το εξασκήση μόνο προς την κατεύθυνση του Αγαθού, της Αλήθειας και του Όντος, πρέπει να συμπληρώσουμε. Αφήνει να περιπλανηθή στο βασίλειο της εξαπάτησης και στο σκοτάδι τού Μη-Όντος τον σοφιστή το όψιμο πλατωνικό έργο, ενώ γνωρίζει το Όν και το Μη-Όν, ‘ορίζει’ άρα εξίσου την αλήθεια και το ψέμμα ο διαλεκτικός (Dialektiker). Και συνδέεται έτσι με μιαν πλούσια και ώριμη κατανόηση της ουσίας του Όντος (του Υπάρχοντος…) μια βαθειά γνώση για τη δυνατότητα του ψεύδους, ενώ αναφαίνεται μόλις από μακριά, πίσω απ’ τις απορίες (Aporien) και τις παραδοξότητες (Paradoxien) στον «Ιππία ελάσσονα» το Όν, και τίθεται σαν να ήταν ήδη αρκούντως γνωστό το ψεύδος. Υπάρχει ωστόσο μια ‘προαίσθηση’ αυτού που θα φανερώση ο «Σοφιστής» στον πρώιμό μας εδώ διάλογο. –
     Ας το παραδεχτούμε εντελώς ανοιχτά (για να διδαχθούμε απ’ αυτό): χωρίς τη σαφή μαρτυρία τού Αριστοτέλη, θα θεωρούσαν πιθανώς λίγοι μόνον κριτικοί ως πλατωνικό τον «Μικρόν Ιππία». «Τον πιο πρώιμο απ’ όλους τούς διαλόγους» τον ονομάζει ο Th. Gomperz. Ένας απ’ τους πιο πρώιμους, ας πούμε όμως εμείς καλύτερα. Γιατί θα μπορούσε να είναι εξίσου πρώιμος ή και πρωιμότερος ακόμα ο «Ίππαρχος». Δεν θα μπορούσε κανένας σωκρατικός ν’ αφήση να εκπροσωπή, έστω και με τέτοια σαφή κάλυψη, μετά το 399 την ανηθικότητα ο Σωκράτης, απεφάνθη ο v. Wilamowitz. Είναι άρα αρχαιότερος του 399, ίσως και αρκετά χρόνια αρχαιότερος ο «Μικρός Ιππίας – Ιππίας ελάσσων».


     ( τέλος κεφαλαίου – συνεχίζεται με το επόμενο κεφάλαιο, «Θεάγης» )

ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ (34)

Συνέχεια από: Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2017

ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΜΟΝΤΕΡΝΟΥΣ
του Enrico Berti.

  Η αρχή της μή-αντιφάσεως και οι διαφορετικές χρήσεις τής 

διαλεκτικής στον Αριστοτέλη.
        
  Κεφάλαιο IV (συνέχεια)          

Ο ίδιος ο Αριστοτέλης εξάλλου φαίνεται να θέλει να υπογραμμίσει, σχετικά με τον νόμο της μή-αντιφάσεως  την δική του απόσταση απο τον Παρμενίδη, όταν προσφέρει στο "περί ερμηνείας" την ακόλουθη διατύπωση! "Είναι απαραίτητο το όν να υπάρχει όταν είναι και το όν να μήν υπάρχει όταν δέν είναι, αλλά δέν είναι αναγκαίο ούτε κάθε όν να υπάρχει, ούτε και κάθε όν να μήν υπάρχει. Δέν είναι το ίδιο πράγμα να πούμε ότι κάθε όν είναι αναγκαίο να υπάρχει όταν είναι, και νά πούμε ότι είναι αναγκαίο να είναι απολύτως (απλώς). Το ίδιο ισχύει και για το μή-όν". Ο περιορισμός στην ανάγκη τής υπάρξεως (του είναι), είτε αυτός είναι με την έννοια την υπαρκτική ή με την κατηγορηματική, την οποία εισάγει ο Αριστοτέλης μέσω του σημείου "όταν είναι" δέν σημαίνει-όπως ισχυρίσθηκαν οι σημερινοί νεο-Παρμενιδικοί-αποδοχή της δυνατότητος το είναι να μήν υπάρχει, δηλαδή αντίφαση, αλλά διάκριση ανάμεσα στο όν και στο Είναι του, δηλαδή αποδοχή του πολλαχώς λεγόμενον του όντος. Μόνον απο ένα όν το οποίο θα ήταν ταυτόσημο με το Είναι του θα ήταν αντιφατικό να πούμε ότι δέν είναι. Εάν όμως είναι πολλοί οι τρόποι με τους οποίους το όν μπορεί να είναι, δέν συνεπάγεται ότι σε κάθε ον ανήκει αναγκαίως το Είναι. Γι'αυτό ο Αριστοτέλης ενδιαφέρεται, στην διατύπωση τής Α.Τ.Μ.Α., να τονίσει ότι η αδυναμία να ανήκει και μαζί να μην ανήκει το ίδιο κατηγόρημα στο ίδιο υποκείμενο ισχύει μόνον για τον ίδιο χρόνο (άμα) και κατά το αυτό. Τίποτε δέν απαγορεύει σε διαφορετικούς χρόνους και στον ίδιο χρόνο, αλλά απο διαφορετικές οπτικές γωνίες, το ίδιο κατηγορούμενο να ανήκει και να μήν ανήκει στο ίδιο υποκείμενο.
          Το ότι το είναι, έπειτα, λέγεται με πολλές σημασίες, δέν έχει δηλωθεί απο τον Αριστοτέλη μόνον αμέτρητες φορές, αλλά αποδεικνύεται επίσης απ'αυτόν μέσω τού διάσημου επιχειρήματος όπου το όν και το Ένα δέν είναι γένη (όπως θα ήταν εάν λεγόταν μόνον με μία σημασία), δεδομένου ότι εντελώς διαφορετικά απο τα γένη, κατηγορούνται ακόμη και για τις διαφορές τους! "Τα όντα όμως δέν είναι δυνατόν να έχουν για μοναδικό κοινό γένος τους ούτε το ένα ούτε το όν (των όντων έν είναι γένος, ούτε το εν ούτε το όν) γιατί είναι ανάγκη η καθεμιά διαφορά κάθε γένους να είναι και όν και ένα, είναι όμως αδύνατον να κατηγορηθούν ή τα είδη του γένους ή το γένος χωρίς τα είδη του, επάνω στις διαφορές τις δικές τους, ώστε εάν το ένα ή το όν είναι γένος, ουδεμία διαφορά ούτε όν ούτε έν έσται" ( Μεταφ. 998 b 22-27). Αυτή η αδυναμία να κατηγορούνται οι διαφορές τους και των ειδών και του γένους είναι ένας πολύ ακριβής νομος της λογικής. Εάν το γένος κατηγορείτο τις διαφορές όπως κατηγορούνται στα είδη, οι διαφορές των ειδών θα ήταν  δίπλα στις άλλες και δέν θα χρησίμευαν πλέον να τις διακρίνουμε. Και εάν τα είδη κατηγορούντο διάφορές όπως κατηγορούνται τα άτομα, οι διαφορές θα ήταν των ατόμων δίπλα στις άλλες και δέν θα χρησίμευαν πλέον να διακρίνονται. (Αριστ. Τοπικά 144 α 31 b 3) Γένος και είδος δείχνουν αυτό που είναι σχετικά με τα είδη και τα άτομα, ενώ οι διαφορές δείχνουν αυτό που είναι διαφορετικό. Γι'αυτό τα πρώτα δέν μπορούν να είναι κατηγορήματα των δευτέρων. Το όν και το Ένα, αντιθέτως, δέν δείχνουν μόνον αυτό που είναι κοινό ανάμεσα στα πράγματα, αλλά και τις διαφορές τους. Συσχετίζουν και μαζί διαφοροποιούν, και γι'αυτό δέν είναι γένη, δηλαδή δέν είναι μονοσήμαντα, αλλά έχουν πολλές σημασίες. Η Α.Τ.Μ.Α. διατυπωμένη απο τον Αριστοτέλη δέν πρέπει, επι πλέον, να μπερδεύεται με την παραδοσιακή έκφραση τής "αρχής της ταυτότητος", δηλαδή "κάθε όν είναι ταυτόν με τον εαυτό του" ή "Α=Α", η οποία επιτρέπει ακριβώς μια σχέση ταυτοτητος ενός όρου με τον εαυτό του, δηλαδή έναν τύπο κατηγορήματος ο οποίος χαρακτηρίζεται απο την ανάγκη. Τόσο γι'αυτόν τον χαρακτήρα, όσο και για το γεγονός ότι δέν λογαριάζει την πολλαπλότητα τού Είναι, αυτή η αρχή της ταυτότητος είναι πιό κοντά στον Παρμενιδη παρά στον Αριστοτέλη και σαν τέτοια θα επαναπροσληφθεί απο την σχολαστική φιλοσοφία του Scotus, η οποία επέβαλλε την μονοσημαντότητα του Είναι, όπως επίσης και απο την Ορθολογιστική φιλοσοφία του μοντερνισμού, ο οποίος όπως θα δούμε, θα την ανακηρύξει ώς την αρχή απο την οποίά απάγονται (συμπεραίνονται) όλες οι αναλυτικές κρίσεις, ή οι αλήθειες της νοήσεως, σύμφωνα με μία μαθηματική έννοιολογηση της οντολογίας η οποία δέν έχει καμμία σχέση με τον Αριστοτέλη!
          Δέν  μπορούμε ούτε καν να πούμε ότι η Α.Τ.Μ.Α. του Αριστοτέλη προϋποθέτει την αρχή της ταυτότητος, τουλάχιστον εκείνη η οποία διατυπώθηκε με παραδοσιακό τρόπο, τόσο επειδή ο Αριστοτέλης την υπολογίζει, όπως είδαμε, την πρώτη ανάμεσα στα αξιώματα και επομένως τέτοια που να μήν προϋποθέτει άλλες πρίν απο αυτή, όσο και επειδή αυτό που προϋποθέτει είναι ή έννοια της ταυτότητος (αυτό), έτσι όπως προϋποθέτει άλλες έννοιες (αδύνατον, ανήκω, χρόνος άποψη ή οπτική γωνία, κ.τ.λ.) δηλαδή πρωτόγονες έννοιες, όχι αρχές, δηλαδή ούτε μία πρόταση, έναν κανόνα, έναν νόμο.
          Δέν πρέπει τέλος να μπερδέψουμε το αριστοτελικό Α.Τ.Μ.Α. με όλη την σειρά θέσεων με την οποία τελικώς αντηλλάγη. Γενικώς λόγω ακατανοησίας-αδικαιολόγητης πολλές φορές-προερχομένης απο την έλλειψη απευθείας γνώσεως των αριστοτελικών κειμένων: Αναφερόμεθα σε παρεξηγήσεις στις οποίες μπλέχτηκαν συγγραφείς όπως ο J.Dewey, ο οποίος μπέρδεψε την A.T.M.A  με την αρχή τής σταθερότητος των φυτικών ειδών και των ζωϊκών, ο A. Korzybsky, ο οποίος τήν μπέρδεψε με την δήλωση της ταυτότητος ανάμεσα στο υποκείμενο και το κατηγορούμενο, ο H. Hahn και ο R. Carnap οι οποίοι τήν μπέρδεψαν με τον τύπο όλων των προτάσεων της τυπικής λογικής, εννοημένες σαν προτάσεις οι οποίες δέν είναι πραγματικές, πρακτικές αλλά που εκφράζουν την συμφωνία, την κοινοτυπία, σύμφωνα με την οποία εμείς ομιλούμε για τα αντικείμενα!
          Συνεχίζεται

Ας δούμε όπως δύο βασικές έννοιες της αρχαίας φιλοσοφίας:
          Γένος: ο Αριστοτέλης το ορίζει ώς εξής: "έτσι ως εν τοις λόγοις το πρώτον ενυπάρχον, ο λέγεται εν τω τί έστι τούτο γένος, οι διαφοραί λέγονται οι ποιότητες" (Μετ. 1024 b 4..) Για παράδειγμα στον ορισμό του ανθρώπου που είναι ζώον λογικόν, ζώον είναι το πρώτο συστατικό και λογικόν είναι η διαφορά η οποία το καθορίζει και το ξεχωρίζει. Για τον Αριστοτέλη το γένος είναι το αληθινό καθόλου, το είδος είναι καθόλου με μία διαφορετική σημασία. Τα γένη καθόσον καθολικά, δέν υφίστανται καθαυτά, αλλά μόνον στην σκέψη. Έχουν δηλαδή ένα είδος λογικής δύναμης, της οποίας τα είδη είναι η πραγματοποίηση ή ο καθορισμός. Οι κατηγορίες μπορούν να θεωρηθούν υπέρτατα γένη!

          Είδος : Στην προσωκρατική σκέψη σημαίνει την μορφή. Στον Πλάτωνα γίνεται τεχνικός όρος και χρησιμοποιείται σαν συνώνυμο της ιδέας. Η νοητή μορφή. Ο Αριστοτέλης πολεμά την υπερβατικότητα των ιδεών σε σχέση με τα αισθητά και αρνείται την ύπαρξη ξεχωριστών μορφών! Για τον Αριστοτέλη η μορφή είναι έμφυτη στα πράγματα. Η ενυπάρχουσα μορφή των πραγμάτων, η ουσία των: "ονομάζω είδος το τί ην είναι (το ουσιώδες) εκάστου και την πρώτην ουσίαν! (Μετ 1032 b 1...). Με την αναγέννηση του Πλατωνισμού οι ιδέες γίνονται οι σκέψεις του Θεού, ενώ οι μορφές γίνονται το ενυπάρχον νοητό, ή όπως λέει ο Διδασκαλικός, το δεύτερο νοητό, ο αντικατοπτρισμός, η εικόνα της ιδέας στην Φύση. Για τον Πλωτίνο οι ιδέες είναι στον νού, οι μορφές όμως στην ψυχή και υπολογίζονται σαν η υπέρτατη στιγμή τής δημιουργικότητος της ψυχής. Τις ονομάζει και λόγους. (VIII, 136....).

Συνεχίζεται 

Βυζάντιο: η Ορθοδοξία της Ελληνικής Ανατολής «Αριστοτελίζει»



Ο Μάριος Μπέγζος, Καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας του Ε.Κ.Π.Α.. στην ομιλία του «Ο αριστοτελισμός στον ελληνόφωνο και στον λατινόγλωσσο Μεσαίωνα», στο πλαίσιο του συνεδρίου «Αριστοτέλης και Χριστιανισμός.»
Το διεθνές συνέδριο «Αριστοτέλης και Χριστιανισμός» διοργανώθηκε από τη Θεολογική Σχολή του του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, στην Αθήνα στις 24 και 25 Νοεμβρίου 2016, στο πλαίσιο ανακήρυξης του 2016 ως «έτους Αριστοτέλη» από την UNESCO, καθώς συμπληρώθηκαν 2400 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου φιλοσόφου. Οι εργασίες του συνεδρίου πραγματοποιήθηκαν στις 24 Νοεμβρίου στο κεντρικό κτίριο του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο αμφιθέατρο «Ιωάννης Δρακόπουλος» και στις 25 Νοεμβρίου στο Μουσείο Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Θόλου 5, στην Πλάκα.

ΣΧΟΛΙΟ: Αυτή είναι η ιστορική επιστήμη. Η επιφάνεια τών πραγμάτων Η ονοματολογία. Η οποία πρεσβεύει τά ονόματα σάν έννοιες. Η αληθινή επιστήμη στήν επόμενη ανάρτηση.

Αμέθυστος

ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ ΑΓΓΕΛΙΚΟΥΔΗΣ, Β ΜΕΡΟΣ (29) - ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ

O Doctor Angelicus συναντά τον Κάλλιστο Αγγελικούδη


                                           Ο Κάλλιστος Αγγελικούδης αναλύει και σχολιάζει
                                       το κατά των Ελλήνων βιβλίο του Θωμά Ακινάτη

Περί θείας απλότητος και διαφοράς ουσίας και ενέργειας

475. « Η έσχατη σωτηρία του ανθρώπου είναι το να τελειωθή κατά το νοερό του μέρος με τη θεωρία ( θεωρώντας… ) της πρώτης αλήθειας ». Αυτό έχει πολλές φορές απελεγχθή πως είναι δόξα ( γνώμη, δοξασία… ) ελληνική και των έξω σοφών˙ η δε απόφαση της ιεράς Εκκλησίας αυτό έχει ως σωτηρία του ανθρώπου και έσχατη τελείωση, το να ενωθή με τον Χριστό με την ενυπόστατη έλλαμψη του ζωοποιού και φωτιστικού Πνεύματος στην καρδιά. Γι’ αυτό μετέχει κι εδώ στην ελληνική δόξα και στους έξω σοφούς, κι όχι στην ιερά Εκκλησία ο Θωμάς.

476. « Συντελεί στην τελειότητα τής νοερής ουσίας το να γνωρίζη κανείς κάτι απ’ τις φύσεις και τις δυνάμεις και τα ιδιαίτερα συμβεβηκότα όλων των ειδών ». Είναι όντως δεινή πλάνη αυτό και ολίσθημα απ’ τον Θεό και φρόνημα της ελληνικής κακοδοξίας. Και είναι αυτό, το οποίο αποκάλεσε ακριβώς πολυάσχολη ματαιότητα ο Μέγας Βασίλειος. Γι’ αυτό και λέει ονειδιστικά ο ιερός Παύλος για τους Αθηναίους, ότι « προς ουδέν ηυκαίρουν, ει μη προς το λέγειν τι και ακούειν καινότερον » ( Πράξ. ιζ΄21 ) ˙ οι δε διδάσκαλοι της ιεράς Εκκλησίας λένε πως συντελεί η προς τον Θεό ακλόνητη επιστροφή με τις ιερές εντολές και τη θεία γνώση στην τελειότητα τής νοερής ουσίας˙ το να περιεργάζεσαι δε τις φύσεις των όντων από τα δικά τους βέβαια φυσικά, είναι επαινετό στους αρχάριους και που καθαίρονται, είναι δε σφόδρα ασυντελές στη νόηση εκείνων που ανήλθαν στον φωτισμό και προέκυψαν στην αληθινή θεωρία, και τρέχουν προς την τελειότητα. Το να δοκιμάζης δε να γνωρίζης, όπως λέει ο Θωμάς, τις φύσεις και μάλιστα όλων των όντων είναι εξαιρετικά κακόηθες και ανόητο. Γιατί κανένα λογικό κτιστό δεν μπορεί να γνωρίση πώς προήλθαν οι δημιουργηθείσες εκ του μη όντος φύσεις του άκτιστου Θεού.

477. Και λέει ο Μέγας Βασίλειος˙ αν και αγνοούμε τη φύση των όσων έχουν γίνει, θαυμάζουμε όμως μεγάλως αυτό που υποπίπτει βέβαια ολοσχερώς στην αίσθησή μας. Κι ο πρόεδρος των Νυσσαέων˙ « ολόκληρη η διανοητική δύναμη της ψυχής συγκινήθηκε στο να θαυμάση αυτά που ενεργεί το θείο χέρι , που η κατανόησή τους, που είναι πάνω απ’ την ανθρώπινη δύναμη, ερμηνεύει μέσα απ’ τον ίδιον της τον εαυτό το ακατάληπτο και αχώρητο της φύσης εκείνου που ενεργεί. Γιατί ολόκληρη η κτίση των όντων είναι έργο εκείνης της χειρός, που φανερώθηκε σε μας μέσα απ’ την οπή, όπως βοά λέγοντάς το, ο Ιωάννης, και συμφωνεί ( συμφθέγγεται ) ο προφήτης προς το Ευαγγέλιο. Γιατί ο μεν λέει, ότι “πάντα δι’ αυτού εγένετο” ( Ιωάν. α΄3 ), ο δε προφήτης ονομάζει χείρα τη δύναμη που εποίησε τα όντα , έχοντας πη, ότι “η χειρ μου εποίησε ταύτα πάντα” ( Ησαΐας ξς΄ 2 ). Αν είναι λοιπόν έργα εκείνης της ενέργειας και όλα τα άλλα και τα ουράνια κάλλη, και δεν έχει καταλάβει ακόμα η ερευνητική διάνοια του ανθρώπου, τί είναι κατ’ ουσίαν ο ουρανός ή ο ήλιος ή κάποιο άλλο απ’ τα θαυμάσια μέσα στην κτίση, για τον λόγο αυτόν θροείται ( ταράζεται…) προς τη θεία ενέργεια η καρδιά, αφού αν δεν μπορή ( ου χωρεί ) να τα καταλάβη αυτά, πώς θα καταλάβη τη φύση που τα ξεπερνά; » ( Γρηγορίου Νύσσης, Ομιλία ΙΑ΄ εις Άσμα ασμάτων ).

478. Είναι προφανώς διαβολική υποθήκη αυτό, να απομακρυνθή ο νους απ’ την προς τον Θεό νεύση ( ροπή, κλίση…) και ικετηρία και το να μεριμνά την εκπλήρωση των θείων εντολών, και να ζητά να γνωρίση τις φύσεις των όντων και μάλιστα όλων. Αν γνώριζε πως συντελεί αυτό στην τελειότητα της νοερής ουσίας αυτός που έκτισε τις νοερές ουσίες, θα το είχε ο διδάξει ο ίδιος. Αλλά δεν έχει βρεθή κάπου να υπάρχη στη θεία Γραφή˙ βρίσκουμε όμως να λέη δια του Δαβίδ ο Θεός˙ « σχολάσατε και γνώτε – όχι τις φύσεις των όντων, γιατί αυτό είναι μάταιο και αδύνατο, αλλ’ – ότι εγώ ειμί ο Θεός » ( Ψαλμ. με΄11 ). Γιατί αυτό είναι το πιο ωφέλιμο απ’ όλα και οικείο, όπως κανένα άλλο, στη λογική ψυχή˙ το οποίο έχοντάς το διαγνώσει ακριβώς σαφέστατα και ο Σολομών, λέει˙ « εγώ τω αδελφιδώ μου και ο αδελφιδός μου εμοί » ( Άσμα ασμάτων στ΄3 ). Και ο εξηγητής ( ερμηνευτής ) των Νυσσαέων˙ « είναι κανόνας και όρος της κατ’ αρετήν τελειότητας. Γιατί μαθαίνουμε μ’ αυτά το ότι δεν χρειάζεται να βλέπουμε τίποτα μέσα στους εαυτούς μας, εκτός απ’ τον Θεό, κι ούτε να βλέπη προς κάτι άλλο η κεκαθαρμένη ψυχή » ( Γρηγορίου Νύσσης, Ομιλία ΙΕ΄ εις Άσμα ασμάτων ). Βλέπεις, τί είναι αυτό, που συντελεί στην τελειότητα τής νοερής ουσίας ; κατά κανέναν τρόπο το να γνωρίζουμε τις φύσεις και τις δυνάμεις και τα ιδιαίτερα συμβεβηκότα όλων των ειδών, γιατί είναι μωρία να το νομίζης αυτό και χαρακτηριστικό της ελληνικής κακοδοξίας και του Θωμά.

479. « Όλα, όσα παρήγαγε για την τελειότητα τού παντός ο Θεός, είναι φανερά στον νου που τον ορά ». Κι ακόμα˙ « είναι αναγκαίο να γνωρίζη το καθένα απ’ αυτά που βλέπουν τη θεία ουσία όλα όσα υπάρχουν στην ίδιαν τη θεία ουσία, σε όσα εκτείνεται απ’ τη φύση του αυτό το ίδιο το φύσει δεκτικό. Εκτείνεται δε απ’ τη φύση του το ίδιο το δεκτικό κάθε νου προς όλα τα γένη και είδη και την τάξη των πραγμάτων. Θα τα γνωρίση λοιπόν ο καθένας απ’ αυτούς που βλέπουν τον Θεό όλα αυτά στη θεία ουσία. Από εδώ προέρχεται αυτό που αποκρίθηκε ακριβώς ο Κύριος στον Μωυσή, που ζητάει τη θεωρία της θείας ουσίας στο ΛΓ΄ κεφάλαιο της Εξόδου˙ “ εγώ δείξω σοι παν αγαθόν ” ( Έξοδ. λγ΄19 ). Και λέει ο Γρηγόριος˙ “ τί υπάρχει που δεν θα το γνωρίσουν εκείνοι που γνωρίζουν αυτόν που τα γνωρίζει όλα ; ” ( Γρηγορίου Διαλόγου, IV Dialog. , κεφ. XXXIII ) ». Έχει μεν αντιλογίες ( αντιφάσεις… ) και το κεφάλαιο αυτό, επειδή δεν θα δη καμμιά κτιστή φύση την ουσία του Θεού ποτέ, αλλ’ υπερέχει αυτή απειράκις απείρως, ώστε να γνωρίζεται απ’ τις κτιστές νοερές φύσεις. Αλλά δεν συνάγεται και καμμιά και καθ’ οιονδήποτε τρόπο ανάγκη να γνωρίζουν τα πάντα εκείνοι που γνωρίζουν αυτόν που τα γνωρίζει όλα. Γιατί αν συναγόταν αυτό, έπρεπε να γνωρίζη κι ο άνθρωπος που γνωρίζει ( κάποιον… ), όλα όσα γνωρίζει εκείνος ο γνωριζόμενος άνθρωπος. Κι αν είναι αδύνατο αυτό, γιατί γνωρίζει πολλές φορές ο άνθρωπος κάποιον άνθρωπο και δεν γνωρίζει αυτά που γνωρίζει ο γνωριζόμενος, δεν θα γνωρίση πολύ περισσότερο αναγκαστικά αυτός που γνωρίζει τον Θεό και όλα όσα ο Θεός γνωρίζει. Γιατί είναι διαφορετικό οπωσδήποτε η ουσία του Θεού και διαφορετικό η νόησή του, όπως ήδη σαφώς φανερώσαμε.

480. Αλλά και νά ’χαν κι άλλες αντιφάσεις οι παρούσες προτάσεις, κανένας δεν τις αναιρεί πιο γνήσια, απ’ ό,τι ο Θωμάς που τις προβάλλει, ώστε να αποφανθή ως κατ’ εξοχήν άφρων˙ « επειδή δεν μπορεί να γνωρίζη ο κτιστός νους τη θεία ουσία έτσι, ώστε να την περιλαμβάνη, δεν είναι αναγκαίο σ’ αυτόν που τη βλέπει να βλέπη και όλα όσα μπορούν να γίνουν γνωστά μέσα απ’ αυτήν ». Κι ακόμα˙ « ορώντας ο κτιστός νους τον Θεό, δεν ορά και όλα όσα μπορούν να γίνουν ορατά σ’ αυτόν ». Κι ακόμα˙ « δεν ορά άρα, ορώντας τη θεία ουσία, όλα όσα μπορούν να ορώνται στην ουσία του Θεού ο κτιστός νους ». Χρησιμοποιεί γρήγορα και χωρίς καθυστέρηση, έχοντας μεταστραφή στη διάνοια, την κατάφαση και την απόφαση ( άρνηση ) μιας έννοιας για το ίδιο πράγμα.

479 (α). Και λέει πάλι, ανατρέποντας τα προηγούμενα, τα οποία νόμιζε πως έχουν καλώς, και δεν ντρέπεται˙ « αυτοί που βλέπουν τη θεία ουσία τα βλέπουν όλα ». Κι ακόμα˙ « ορώντας τη θεία ουσία ο κτιστός νους, νοεί σ’ αυτήν όλα τα είδη των πραγμάτων ». Κι ακόμα˙ « αυτά που ορώνται με τη θεωρία της θείας ουσίας, με την οποία γινόμαστε μακάριοι, ορώνται όλα κατ’ ενέργειαν ». Και σαν να κατάλαβε τον εαυτό του, επειδή διακήρυξε τα αντίθετα σε ένα πράγμα, προχωρά σε κάτι ενδιάμεσο τρίτο, θαυμαστό όχι για το κάλλος του, που δεν είναι ούτε κατάφαση ούτε απόφαση, και φτιάχνει ένα περίεργο πράγμα. Κι επειδή δεν γνωρίζει με ασφάλεια αυτό το οποίο καταφάσκει, αμέσως και εκ του πλησίον το αρνείται, κι επειδή ούτε αυτό το γνωρίζει με ασφάλεια, φτιάχνει κι απ’ τα δυό, την κατάφαση και την άρνηση, μιαν πρόταση και λέει˙ « είναι φανερό, πως αυτοί που βλέπουν τη θεία ουσία κατά κάποιον μεν τρόπο τη βλέπουν, και κατά κάποιον όχι ». Και το κάνει αυτό σαν να υφίσταται έναν φοβερό κλονισμό, και να ζητάη από ’δώ κι από ’κεί για βοήθεια. Κι εγώ λέω, πως αθυμώ αληθινά στην ψυχή μου, βλέποντας το ελεεινό αυτού του φιλοσόφου˙ γιατί ενώ είπε τόσα πολλά με μια πρόταση, και κατάφαση και απόφαση και κάτι ανάμεσα στην κατάφαση και την απόφαση, όπως προανέφερα, δεν είναι πάλι καθόλου λιγότερο και ψεύτης και κακόδοξος. Γιατί αυτός που νομίζει πως μπορεί να γνωρισθή απ’ οποιοδήποτε κτιστό η θεία ουσία και το κάνει αυτό αρχή των προτάσεών του, θα είναι σε όλα όσα θα πη μετά απ’ αυτό ψεύτης και αναμφίβολος αιρετικός.

480 (α). « Η χάρι που κάνει κάποιον να είναι χαριτωμένος ( κεχαρισμένος ), είναι ένα είδος ( μορφή… ) και μια τελειότητα στον άνθρωπο, που παραμένει κι όταν δεν ενεργή ». Θέλοντας να μιλήση κάποιος, χωρίς να έχη πείρα της θείας χάριτος, για τη χάρι, σφάλλει ( πλανάται… ) εξ ολοκλήρου για όσα την ακολουθούν, το οποίο παθαίνει τώρα ακριβώς κι ο Θωμάς. Δεν σαφηνίζει κατ’ αρχάς λοιπόν το είδος της χάριτος, αλλά λέει έτσι απλά “ ένα ” . Λέει έπειτα, ότι « υπάρχει τελειότητα στον άνθρωπο, που παραμένει κι όταν δεν ενεργή ». Κι αυτό φαίνεται πως είναι ολοφάνερο ψέμμα σ’ αυτούς που έχουν εμπειρία της χάριτος. Και λέει ο Μέγας Βασίλειος, ως ασφαλής διδάσκαλος˙ « Το Πνεύμα το άγιο, που επήλθε στην ψυχή του ανθρώπου, έδωσε μεν ζωή, έδωσε και αθανασία, σήκωσε αυτόν που είναι πεσμένος. Κι αυτό που κινήθηκε σε κίνηση αΐδιο ( αιώνια… ) από το Πνεύμα το άγιο έγινε ζώο άγιο » ( Κατά Ευνομίου Ε΄).

481. Η χάρι που κάνει λοιπόν χαριτωμένο τον άνθρωπο γίνεται αεικίνητη πνευματική δύναμη και ενέργεια σ’ αυτόν. Και δεν υπάρχει ουδέποτε, που να μην ενεργή σ’ αυτόν η χάρι. Ο δε Θωμάς, που δεν έχει γεύση λόγω δυσπιστίας της υπερουρανίου δωρεάς του Πνεύματος, λέει αυτά που δεν ταιριάζουν και είναι ανακόλουθα. Γι’ αυτό και λησμόνησε γρήγορα τον Σωτήρα, που λέει˙ « το ύδωρ, ό εγώ δώσω, γενήσεται αυτώ – σ’ αυτόν που θα το έχει λάβει δηλαδή – πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον » ( Ιωάν. δ 14 ). Και είναι αλήθεια, όπως γνωρίζει αυτός που δίνει τη χάρι, ότι η μεν ορατή πηγή και γρήγορα ίσως θα σταματήση, εκείνη δε η πηγή του πνευματικού ύδατος δεν θα σταματήση ουδέποτε απ’ τις καρδιές των χαριτωμένων, γιατί είναι αείβλυτη δωρεά του Πνεύματος και συνεχής ξενότροπη έκχυση.

Συνεχίζεται

Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος Λόγος Δεύτερος (12)


Συνέχεια από: Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Τούτο δε εννόησε και ο πολύς στη θεολογία, και πράγματι μέγας Αθανάσιος, μάλλον δε φωτισθείς και μεταβιβάσας εις ημάς δια του λόγου το φώς, λέγει σε μία από τις Προς Σεραπίωνα επιστολές: «αφού ένας είναι ο Υιός, ο ζών Λόγος, μία πρέπει να είναι και πλήρης η αγιαστική και φωτιστική ζωή, ως ενέργεια και δωρεά αυτού˙ αύτη δε λέγεται ότι εκπορεύεται εκ του Πατρός, επειδή εκλάμπει και αποστέλλεται παρά τοῦ Λόγου τοῦ ἐκ Πατρός. "Διότι τόσον ηγάπησε ο Θεός τόν κόσμον, ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν", ο δε Υἱός το Πνεῦμα ἀποστέλλει».

Τούτο δε είναι εκείνο το όποιον έχει λεχθεί λίγο νωρίτερα υπό του επωνύμου της θεολογίας Γρηγορίου, πως ό,τι ταπεινότερο λέγεται περί του θείου Πνεύματος, το χάρισμα, το δώρημα και οτιδήποτε άλλο παρόμοιο, πρέπει να αναχθεί επί την πρώτη αιτία, για να δειχθεί το ἐξ οὗ (δηλ. το πρόσωπο εκ του όποιου εκπορεύεται). Ο μέγας Αθανάσιος, αφού είπε εδώ το άγιον Πνεύμα ταπεινότερο ως δωρεά και ενέργεια του Λόγου και αφού έδειξε ότι εδώ δεν ομιλεί περί της υπάρξεως ούτε περί της υποστάσεως τού Πνεύματος (διότι η ενέργεια ενεργείται μάλλον παρά ενεργεί, το δε Πνεύμα το άγιο είναι παρεκτικό και μεταδοτικό των δωρεών αυτού)˙ αφού λοιπόν φανέρωσε σαφώς ότι δεν ομιλεί περί της προαιώνιου εκπορεύσεως, προσέθεσε ότι «παρά τοῦ Λόγου τοῦ ἐκ τοῦ Πατρός ἐκλάμπει καί ἀποστέλλεται».

Τί λοιπόν; Δια του εκλάμπειν και αποστέλλεσθαι παρά του Λόγου νοούμε ότι εκπορεύεται εξ αυτού; Άπαγε, λέγει, διότι βάλλεις πολύ μακριά από τον στόχο. Νοούμε και λέγουμε ότι εκπορεύεται εκ του Πατρός, επειδή παρά του Υιού δίδεται και αποστέλλεται. Ο Υιός, έχων από εκεί συνυπάρχον προ αιώνων το άγιο Πνεύμα, τώρα το αποστέλλει και το δίδει προς εμάς. Επειδή δε η δόσις είναι έλλαμψις (και τούτο γνωρίζουν οι μυημένοι, ὅσοι λαμπρότητα Θεοῦ καί εἶδον καί ἔπαθον, ὅσοι τήν δόξαν τοῦ Κυρίου εἶδον «ὡς μονογενοῦς παρά Πατρός», όσοι περιηυγάσθησαν επί του όρους με το φώς της θεότητος, επιπλέον δέ και οι πιστεύσαντες εις αυτούς σταθερώς), επειδή λοιπόν η δόσις είναι έλλαμψις, αντί του δίδεσθαι και αποστέλλεσθαι παρά του Υιού, είπε εκλάμπειν και αποστέλλεσθαι παρά του Υιού. Και τούτο δεικνύει ακόμη σαφέστερα με την κατασκευή του λόγου˙ διότι λέγει: «ὁ μέν γάρ Θεός καί Πατήρ τόν Υἱόν ἔδωκεν ὑπέρ ἡμῶν˙ ὁ δέ Υἱός, τό Πνεῦμα».

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Το αρχαίο κείμενο:

Τοῦτο δέ καί ὁ πολύς ἐν θεολογίᾳ καί ὄντως μέγας Ἀθανάσιος ἐννοήσας, μᾶλλον δέ φωτισθείς, καί ἡμῖν τῷ λόγῳ διαπορθμεύσας τό φῶς, ἐν μιᾷ τῶν Πρός Σεραπίωνα ἐπιστολῶν˙ «ἑνός ὄντος», φησί, «τοῦ Υἱοῦ, τοῦ ζῶντος Λόγου, μίαν εἶναι δεῖ καί πλήρη τήν ἁγιαστικήν καί φωτιστικήν ζωήν, οὖσαν ἐνέργειαν καί δωρεάν αὐτοῦ˙ ἥτις γε ἐκ τοῦ Πατρός λέγεται ἐκπορεύεσθαι, ἐπειδή παρά τοῦ Λόγου τοῦ ἐκ Πατρός ἐκλάμπει καί ἀποστέλλεται. "Οὕτω γάρ ὁ Θεός ἠγάπησε τόν κόσμον, ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν", ὁ δέ Υἱός τό Πνεῦμα ἀποστέλλει». 
Τοῦτο γάρ αὐτό ἐστιν ἐκεῖνο, τό παρά τοῦ τῆς θεολογίας ἐπωνύμου Γρηγορίου μικρόν καί ἀνωτέρω εἰρημένον, ὡς ὅ τι ἄν περί τοῦ θείου Πνεύματος ταπεινότερον λέγηται, τό χάρισμα, τό δώρημα, καί εἴ τι ἄλλο τοιοῦτον, ἐπί τήν πρώτην αἰτίαν ἀνακτέον, ἵνα τό ἐξ οὗ δειχθῇ. Εἰπών γάρ ὁ μέγας ἐνταυθοῖ τό Πνεῦμα τό ἅγιον ταπεινότερον δωρεάν καί ἐνέργειαν τοῦ Λόγου, καί δείξας ὡς οὐχί περί τῆς ὑπάρξεως οὐδέ περί τῆς ὑποστάσεως αὐτῷ τοῦ Πνεύματος ὁ Λόγος (ἡ γάρ ἐνέργεια ἐνεργεῖται μᾶλλον ἤ ἐνεργεῖ, τό δέ Πνεῦμα τό ἅγιον παρεκτικόν καί μεταδοτικόν ὑπάρχει τῶν αὐτοῦ δωρεῶν) σαφῶς οὖν ἐμφήνας ὡς οὐχί περί τῆς προαιωνίου λέγει ἐκπορεύσεως, ἐπήγαγεν, ὅτι «παρά τοῦ Λόγου τοῦ ἐκ τοῦ Πατρός ἐκλάμπει καί ἀποστέλλεται».
Τί δή, διά τοῦ ἐκλάμπειν καί ἀποστέλλεσθαι παρά τοῦ Λόγου νοοῦμεν ὅτι ἐξ αὐτοῦ ἐκπορεύεται; Ἄπαγε, φησίν, ὡς πορρωτάτω βάλλεις τοῦ σκοποῦ˙ ἀλλ᾿ ὅτι ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται νοοῦμεν καί λέγομεν, ἐπεί παρά τοῦ Υἱοῦ δίδοταί τε καί ἀποστέλλεται. Ἔχων γάρ ἐκεῖθεν πρό αἰώνων συνυφεστώς ὁ Υἱός τό Πνεῦμα τό ἅγιον, νῦν πρός ἡμᾶς καί ἀποστέλλει καί δίδωσιν. Ἐπεί δέ ἡ δόσις ἔλλαμψις (καί τοῦτ᾿ ἴσασιν οἱ μεμυημένοι, ὅσοι λαμπρότητα Θεοῦ καί εἶδον καί ἔπαθον, ὅσοι τήν δόξαν τοῦ Κυρίου εἶδον «ὡς μονογενοῦς παρά Πατρός», ὅσοι τῷ φωτί τῆς θεότητος ἐπί τοῦ ὄρους περιηυγάσθησαν, πρός δέ τούτοις καί οἱ τούτοις ἀσφαλῶς πιστεύσαντες) ἐπεί οὖν ἡ δόσις ἔλλαμψις, ἀντί τοῦ παρά τοῦ Υἱοῦ δίδοσθαί τε καί ἀποστέλλεσθαι, παρά τοῦ Υἱοῦ ἐκλάμπειν ἔφη καί ἀποστέλλεσθαι. Καί τοῦτ᾿ ἔτι σαφέστερον δείκνυσιν ἐκ τῆς κατασκευῆς τοῦ λόγου˙ «ὁ μέν γάρ Θεός καί Πατήρ», φησί, «τόν Υἱόν ἔδωκεν ὑπέρ ἡμῶν˙ ὁ δέ Υἱός, τό Πνεῦμα».

Ἦθος καί ἀνηθικότητα εἶναι μεταδοτικά

Ἀττικός ἐρυθρόμορφος κύλικας (χρονολογείται γύρω στό 485-480 π.Χ.). Παρουσιάζει σκηνές ἀπό ἀθηναϊκό σχολεῖο τοῦ 5ου αἰώνα π.Χ., ἀποδίδεται στόν ἀγγειογράφο Δούρη καί ἐκτίθεται στό Ἀρχαιολογικό Μουσεῖο τοῦ Βερολίνου.

«Πρέπει, γενικά, νά ἐμποδίζουμε τά παιδιά ἀπό τό νά συναναστρέφονται φαύλους ἀνθρώπους, δεδομένου ὅτι παίρνουν κάποιο μέρος τῆς κακίας τους. Αὐτό τό παράγγελμα δίνει ὁ Πυθαγόρας μέ τίς αἰνιγματώδεις φράσεις του, τίς ὁποῖες θά παραθέσω καί θά ἐξηγήσω· αὐτές, ἄλλωστε, ἔχουν σημαντική συμβολή ὅσον ἀφορᾶ τήν ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς. Γιά παράδειγμα:“Μήν δοκιμάσεις μελανούρια”, πού σημαίνει μή συναναστρέφεσαι μαύρους στήν ψυχή, γιά τόν κακό τους χαρακτήρα.

“Μήν περνᾶς πάνω ἀπό τόν ζυγό”, πού σημαίνει ὅτι πρέπει νά σέβεσαι ἰδιαίτερα τή δικαιοσύνη καί νά μήν τήν παραβαίνεις.“Μήν κάθεσαι πάνω σέ χοίνικα”, δηλαδή νά ἀποφεύγεις τήν
ἀργία καί νά προνοεῖς γιά νά προετοιμάσεις τά ἀπαραίτητα ἐφόδια.“Μή δίνεις τό χέρι σου στόν καθἕνα”, ἀντί νά πεῖ μήν κάνεις πολύ εὔκολα σχέσεις».

Πλουτάρχου «Ἠθικά, Τόμος 1, Περί παίδων ἀγωγῆς», ἐκδόσεις Κάκτος, σελ. 85.

Ὁ Πλούταρχος ἀποσυμβολίζει μερικές ἀπό τίς αἰνιγματικές φράσεις πού ἔλεγαν οἱ μυημένοι στόν πυθαγορισμό, γιά νά δείξει πόσο πολύ μποροῦν νά ἐπηρεάσουν οἱ συναναστροφές τούς νέους. Ὅλα μποροῦν νά ἐπηρεάσουν καί ὅλα μποροῦν νά μεταδοθοῦν ἀπό τόν ἕναν στόν ἄλλον. Οἱ ψυχές καί οἱ συνειδήσεις μιᾶς παρέας λειτουργοῦν σάν συγκοινωνοῦντα δοχεῖα. Ὅ,τι πλεονάζει στή μία θά εἰσρεύσει στήν ἄλλη κ.ο.κ. Γι' αὐτό χρειάζεται τεράστια προσοχή ἡ διαμόρφωση τοῦ εὐρύτερου περιβάλλοντος κάθε νέου. Μέ παρέα φαύλων τό παιδί εἶναι βέβαιο ὅτι θά διαφθαρεῖ. Ἡ κακότητα, ἡ διαφθορά, ἡ διαστροφή, ἡ ἀδικία, ναί, εἶναι κολλητικές.

Ἡ ἀνατροφή τῶν παιδιῶν καί ἡ καθοδήγηση τῶν νέων πρός τήν εὐτυχία, τήν ευπραξία καί τήν ἀρετή εἶναι ἕνα στοίχημα πού ποτέ δέν μπορεῖ νά ἰσχυριστεῖ κάποιος ὅτι κερδήθηκε. Μπορεῖ νά ὑπάρχουν στιγμές ὅπου τό πολιτισμικό σύνολο διαμορφώνει ένα καλό πλαίσιο ἀνάπτυξης καί ἐξέλιξης τῆς νεότητας, ἀλλά δέν μπορεῖ νά ἀποκλειστεῖ καί ἕνά δυσάρεστο «σενάριο». Ὁ ἀνθός τῆς κοινωνίας νά ταλαιπωρεῖται ἀπό τήν ἀστοχία τῶν κρατικῶν δομῶν σέ ὅλους τούς τομεῖς καί νά ἐξωθεῖται σέ ἀποκοπή ἀπό τόν ἐθνικό κορμό διά τῆς μεταναστεύσεως. 

Ἐπίσης, ἡ Ἱστορία ἔχει ἀποδείξει ὅτι ὑπάρχουν καί περιπτώσεις ὅπου σέ περιόδους γενικῆς πτώσης καί παρακμῆς ἡ νεότητα δύναται νά σηκώσει στούς ὤμους της «τό ἅρμα τοῦ ἥλιου» καί νά τό φέρει πάνω ἀπό τόν δοκιμαζόμενο λαό. Ὅταν οἱ νέοι ξεστρατίζουν, εἶναι σίγουρο ὅτι κάποιοι ἐνήλικοι ἐπέδειξαν πλημμέλεια στήν ἐκτέλεση τῶν παιδαγωγικῶν καθηκόντων τους. Ὅταν ὅλα δείχνουν νά πηγαίνουν καλά, εἶναι πολύ νωρίς γιά... πανηγυρισμούς. Το μόνο πού μποροῦν νά κάνουν οἱ γονεῖς καί ἡ πόλις γι' αὐτό τό θέμα εἶναι νά ἀγωνίζονται διαρκῶς καί πεισμόνως, ἔχοντας ὡς βάσεις καί θεμέλια τήν πνευματική παραγωγή τῶν κολοσσῶν τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος. Ἡ κλασική γραμματεία, πέρα ἀπό θησαυροφυλάκιο ἐπιστημονικῶν γνώσεων καί ἀνυπέρβλητων καλλιτεχνικῶν δημιουργημάτων, εἶναι ἡ πιό ἔγκυρη, δοκιμασμένη καί λειτουργική παιδευτική «συνταγή» πού ὑπάρχει. 

Ὁ Πλούταρχος (46-120μ.Χ.), ὁ διάσημος, σεβαστός μύστης καί φιλόσοφος πού ἀνήκει στή «σχολή» τοῦ μέσου Πλατωνισμοῦ καί μέ ἔργο πού ἀποτέλεσε μία «γέφυρα» ἡ ὁποία  κατέληγε στό κίνημα τῶν Νεοπλατωνικῶν, ἀσχολήθηκε ἐπιμελῶς μέ τό θεωρητικό πρόβλημα της διαπαιδαγώγησης τῶν νέων. Στο «Περί Παίδων Ἀγωγῆς» συνθέτει γνώσεις, μεθόδους καί πληροφορίες ἀπό διάφορες σχολές σκέψης τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ κόσμου, τίς ἐκλαϊκεύει καί προσφέρει τή δική του ὀπτική γιά τό ζήτημα, ἡ ὁποία εἶναι αντιδιαμετρικά ἀντίθετη μέ τήν ἀνία τῆς ἀγγαρείας, τῆς διεκπεραίωσης μετάδοσης ἑνός ἀθροίσματος κανόνων. 

Γιά τόν Πλούταρχο ἡ ἀποστολή τοῦ παιδαγωγοῦ εἶναι θεϊκή. Το ἔργο αὐτό παραμένει ἀθάνατο. Συγκεκριμένα ἀναφέρει: «Ἀπό τά δικά μας ἀγαθά, ὅμως, ἡ παιδεία εἶναι τό μόνο ἀθάνατο καί θεϊκό. Τα κυριότερα ὅλων στοιχεῖα τῆς ἀνθρώπινης φύσης εἶναι δύο, ὁ νοῦς καί ὁ λόγος. Ὁ νοῦς, ἀφ' ἑνός, κυβερνάει τόν λόγο, ἐνῶ ὁ λόγος ὑπηρετεῖ τόν νοῦ, πού δέν αλίσκεται ἀπό τήν τύχη, δέν ἀφαιρεῖται ἀπό τή συκοφαντία, δέν φθείρεται ἀπό τήν αρρώστια, δέν καταστρέφεται ἀπό τά γηρατειά. Μόνο ὁ νοῦς, δηλαδή, γηράσκοντας μπορεῖ νά ἀνανεώνεται, καί ὁ χρόνος, πού ἀφαιρεῖ ὅλα τά ἄλλα, μέ τά γηρατειά, προσθέτει τή γνώση. Ὁ πόλεμος, ἐξ ἄλλου, πού σάν χείμαρρος παρασέρνει καί σαρώνει τά πάντα, μόνο τήν παιδεία δέν μπορεῖ ν' ἁρπάξει».

adiavroxoi

Trump vs Soros (του συγγραφέα Πέτρου Αργυρίου)

https://agriazwa.blogspot.gr/2017/01/trump-vs-soros.html


«Είναι απατεώνας, θέλει να εγκαθιδρύσει μια διακυβέρνηση δικτατορική, μαφιόζικη. Οι θεσμοί είναι ισχυροί στις ΗΠΑ, ο διαμερισμός εξουσιών βρίσκεται εν ισχύ, θα αποτύχει.»

Τάδε έφη George Soros για την Προεδρία Trump που ξεκινάει σήμερα. Ο άνθρωπος που έσπασε τη στερλίνα προκαλώντας μεγάλο οικονομικό πόνο στους βρετανούς κερδίζοντας πάνω από ένα δις, ο άνθρωπος πίσω από τις έγχρωμες επαναστάσεις σε χώρες της πρώην ΕΣΣΔ, ο άνθρωπος που πλιατσικολόγησε την Ρωσία, ένα από τους απελευθερωτές της Συρίας, ο άνθρωπος με τις σχέσεις με τον ΓΑΠ έχοντας μάλιστα το δεξί του χέρι Άλεξ Ρόντος σε θέσεις κλειδιά στην κυβέρνηση ΓΑΠ, ο άνθρωπος με τις εκατοντάδες ΜΚΟ Ανοιχτής Κοινωνίας, πολλές από τις οποίες χρηματοδοτούν «προοδευτικές» και φιλάνθρωπες ΜΚΟ και στην Ελλάδα, έχει κάθε λόγο να μισεί τον Trump.

O Trump κόστισε στον Soros 1 δις και 11 εκατομμύρια δολάρια.

Τα 11 μύρια άμεσα καθώς ο Soros τα είχε επενδύσει στην προεκλογική εκστρατεία της Hilary.

Το υπόλοιπο 1 δις έμμεσα καθώς ο Soros είχε στοιχηματίσει πως η εκλογή Trumpθα έριχνε τα αμερικάνικα χρηματιστήρια. Είχε δίκιο για τις πρώτες ώρες. Τις επόμενες βδομάδες όμως ο χρηματιστηριακός δείκτης S&P 500 εκτοξεύτηκε κατά 5%, φαινόμενο που θα μείνει στην χρηματοπιστωτική ιστορία ως The effect/rally.
Ο Soros λοιπόν έχει πολύ προσωπικούς λόγους να μισεί τον Trump.
Πως σκοπεύει να επενδύσει αυτό το μίσος του;
Ο Ρώσος πρόεδρος Βλάντιμιρ Πούτιν που γνωρίζει τον Soros από την καταστροφική δράση του στη Ρωσία, στη Γεωργία και την Ουκρανία, προειδοποίησε έμμεσα τον Trump για ένα νέο Μαϊντάν, αυτή τη φορά στην ίδια την Ουάσινγκτον!
Προσωπικά δεν θεωρώ πολύ πιθανό αυτό το ενδεχόμενο. Θεωρώ δεδομένη όμως τη χρήση των ΜΚΟ και των λόμπι του Soros και άλλων ομοϊδεατών του για να περιοριστούν οι προθέσεις του νέου προέδρου των ΗΠΑ. Είναι πολλοί οι ακτιβιστές που νομίζουν ότι θα κάνουν κάτι σπουδαίο στη ζωή τους υπηρετώντας εν αγνοία τους τον άρχοντα των μαριονετών George Soros.
Την ίδια στιγμή, παραδοξότητες συμβαίνουν στο χώρο των διεθνών μήντια.
Μερικές βδομάδες μετά το μπλοκάρισμα των τραπεζικών λογαριασμών του Russia Today (RT) στη Μ.Βρετανία, μπλοκάρεται και από το Facebook, ακριβώς τη μέρα που ορκίζεται ο Donald Trump, ενώ δύο μέρες πριν την ορκομωσία το CNN παρουσιάζει ρεπορταζ για το ποια θα ήταν η γραμμή διαδοχής στην εξουσία αν τυχόν όχι μόνο ο Trump αλλά και ολόκληρο το επιτελείο του σκοτωνόταν πριν την ορκομωσία!
Πάτα το κουμπί Κιμ! Η αντικειμενική δημοσιογραφία ίσων αποστάσεων ζει μεγάλες στιγμές.
Ο Soros δεν είναι ο μόνος χαμένος από την εκλογή Trump. 
Μια από τους μεγάλους χαμένους , the 11 million dollar Baby, η Hilary Clinton, δεν έχασε μόνο το μεγαλύτερο πολιτικό στοίχημα της ζωής της, την προεδρεία των ΗΠΑ:
Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας της, οι αποκαλύψεις των Wikileaks του JulianAssange για τις δραστηριότητες του Clinton Foundation κόστισαν εκατομμύρια δολάρια στο ίδρυμα σε εισφορές που σταμάτησαν.
Το ίδρυμα που έχει αποδεδειγμένα σταματήσει δια παντός την πείνα, την φτώχια και τους πολέμους του πλανήτη, καθώς λειτουργούσε ως ανταλλακτήριο πολιτικής επιρροής αντί χρήματος ήταν φυσικό να είναι απείρως λιγότερο ελκυστικό για κυβερνήσεις κι ιδιώτες μετά την ήττα της Clinton .
Ενδεικτικά, η κυβέρνηση της Νορβηγίας, μείωσε τις δωρεές της κατά 87% αμέσως μετά την ήττα Clinton, ενώ το ίδρυμα θα σταματήσει το CGI, το Clinton GlobalInitiative, το «προτιμητέο συμβάν δικτύωσης για εταιρίες, ΜΚΟ και πλούσιους φιλάνθρωπους».
Χιλιάδες ανά τον κόσμο επαγγελματίες φιλάνθρωποι κλαίνε με τα μαντάτα καθώς η ροή χρήματος από το προοδευτικό ίδρυμα προς προοδευτικούς ΜΚΟατζήδες, προοδευτικά θα σταματήσει κι οι προοδευτικοί τραπεζικοί λογαριασμοί εκμετάλλευσης της ανθρώπινης δυστυχίας θα σταματήσουν προοδευτικά κι αυτοί να φουσκώνουν.
Βλέπετε, πίσω από την εκλογή Trump, διεξάγεται ένας τεράστιος πόλεμος, όπου προς το παρόν, οι κυρίαρχοι του χθες είναι οι χαμένοι του σήμερα. Θα κάνουν ότι περνάει από το χέρι τους για να αντιστρέψουν την κατάσταση.
Ήδη, οι μυστικές υπηρεσίες έχουν στήσει μια τεράστια προπαγάνδα για εμπλοκή τη Ρωσίας στις  αμερικανικές εκλογές. Ήδη το ΝΑΤΟ έχει στηθεί στα σύνορα Πολωνίας-Ρωσίας.
Όπως είχαμε παλαιότερα πρώτοι γράψει, το αμερικάνικο κατεστημένο της παγκοσμιοποίησης, με πρωτοπαλίκαρο και βασικό κινητήριο μοχλό τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, προσπαθεί να παγιδεύσει τον νέο Πρόεδρο σε τετελεσμένα.
Το αν θα τα καταφέρουν θα φανεί τις αμέσως επόμενες ημέρες.
Όπως και το τι σκέφτονται ως εναλλακτικές. 

Πέτρος Αργυρίου, agriazwa.blogspot.com. 20/1/2017
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...